ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΧΟΡΗΓΟΙ

Η δύναµη της γνώσης
γεννά την ευηµερία

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ

Σε µια εποχή όπου οι εδραιωµένες πεποιθήσεις δηµιουργούν την ψευδαίσθηση του αµετάβλητου και του µοιραίου, η αµφισβήτηση, η κριτική σκέψη που διαφοροποιεί, η «άλλη άποψη» –µε µια λέξη η διανόηση– ανοίγουν νέους δρόµους, φωτίζοντας τις αθέατες όψεις της κοινωνικοοικονοµικής µας πραγµατικότητας. Σε αυτήν την εποχή, η Ναυτεµπορική έκρινε σκόπιµο να «συνοµιλήσει» µε διανοητές του τόπου µας, όχι ως παρέκκλιση από την αποστολή της, αλλά στο πλαίσιο µιας βαθύτερης κατανόησης του ρόλου της και ως φυσική συνέχεια της ιστορίας της.
Η διανόηση δεν είναι ούτε πολυτέλεια ούτε προνόµιο µιας ελίτ. Είναι ο πυρήνας της κοινωνικής προόδου, η κινητήριος δύναµη της σκέψης και του πολιτισµού.

Οι µεγάλες κοινωνικές µεταρρυθµίσεις και οι καινοτόµες αλλαγές στην οικονοµία προϋποθέτουν τη διανόηση, δηλαδή τις πρωτοπόρες ιδέες που κυριαρχούν στον δηµόσιο διάλογο, κερδίζοντας τις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Η οικονοµία, που συχνά παρουσιάζεται ως πεδίο µεγεθών και δεικτών και µόνον, στην πραγµατικότητα έχει ανθρώπινη «υπόσταση». Βασίζεται στην παιδεία, στον ορθό λόγο, στη δηµιουργική σκέψη, στην ικανότητα της κοινωνίας να ανασχεδιάζει διαρκώς το µέλλον της και να επενδύει σε αυτό µε εµπιστοσύνη.

Δεν υπάρχει ισχυρή οικονοµία χωρίς πνευµατικό κεφάλαιο, δηµιουργικότητα, ανθρώπους που µπορούν να βλέπουν πέρα από το άµεσο και το προφανές. Η καινοτοµία, τεχνολογική ή και οικονοµική, είναι πολιτισµικό προϊόν, νοητικό και πνευµατικό.

Ο δηµόσιος διάλογος µέσω ενός οικονοµικού εντύπου µε τον κόσµο των γραµµάτων και των τεχνών κρίνεται επιβεβληµένος. Η οικονοµία που στερείται φιλοσοφικής σκέψης οδηγείται σε αδιέξοδα, σε ρηχές και άδικες επιλογές.

Η Ναυτεµπορική, µε παρουσία 102 ετών στον ελληνικό Τύπο, υπηρετώντας τη δηµοσιογραφία των ίσων αποστάσεων, έκρινε σκόπιµο να δηµιουργήσει ένα νέο πεδίο επικοινωνίας µε το αναγνωστικό κοινό: έναν χώρο όπου άνθρωποι του πνεύµατος θέτουν ερωτήµατα, άλλοτε αναµενόµενα κι άλλοτε ασυνήθιστα, αναζητώντας απαντήσεις, ο καθένας από τη δική του σκοπιά.

Γιατί, τελικά, η κοινωνική και η οικονοµική ευηµερία συνδέονται πρωτίστως µε την ποιότητα της σκέψης. Η πραγµατική ανάπτυξη, η βιώσιµη – δίκαιη ανάπτυξη, µετριέται µε τη δύναµη της γνώσης, των ιδεών και των αξιών.

Η πνευµατική κίνηση των ιδεών είναι αυτή που εγγυάται τη µακρόπνοη πρόοδο της κοινωνίας, το µέλλον όλων µας…

Γιώργος Μελισσανίδης
Εκδότης

Πέρα από το προφανές
και το εφήµερο

EDITORIAL

Χρησιµοποιώντας διασταλτικά την έννοια του όρου «διανοητής», η Ναυτεµπορική προσκάλεσε στην παρούσα έκδοση προσωπικότητες της ακαδηµαϊκής και πανεπιστηµιακής κοινότητας, του πνεύµατος και των τεχνών, της οικονοµίας και της πολιτικής, προσωπικότητες που διακρίνονται για τη φιλοσοφική, την κριτική τους στάση, που εκφράζονται µε θάρρος και µε το ειδικό βάρος που διαθέτουν «συνοµιλούν» µαζί σας.

Η γραφή τους προβληµατίζει, αµφισβητεί, προκαλεί και ενίοτε «ενοχλεί». Φωτίζει τις αθέατες πλευρές του κόσµου µας, ανοίγει νέους ορίζοντες, προειδοποιώντας για µη ορατούς κινδύνους. Πώς αλλιώς θα µπορούσε άλλωστε να βρίσκεται σε δηµιουργική κίνηση ο κοινός νους; 

Οι υπογράφοντες τα κείµενα που ακολουθούν πραγµατεύονται τη ζωή και τον θάνατο, το δίκαιο και το άδικο, την αλλοτρίωση και τα δικαιώµατα, τον έλεγχο της εξουσίας και τη δηµοκρατία, τη δύναµη της τεχνολογίας και την επιρροή της στον πολίτη, την τεχνητή και την ανθρώπινη νοηµοσύνη, την ενσυναίσθηση και την αναισθησία. 
 
Μέσα από µια πολύ ενδιαφέρουσα παλέτα εννοιών και ερµηνειών για τις τεχνολογικές επιστήµες, την οικονοµία, τη φιλοσοφία,  τη θρησκεία, τον πολιτισµό και τις τέχνες, αναδεικνύονται πτυχές της καθηµερινότητάς µας που πολλοί ίσως δεν φανταζόµαστε. 

Η παρούσα έκδοση υπό τον τίτλο Στο µυαλό των Ελλήνων διανοητών αποκτά ιδιαίτερη αξία, αν αναλογιστούµε ότι ζούµε εγχωρίως και διεθνώς σε εποχές σκληρών προκλήσεων, µε τους θεσµούς να νοσούν βαριά και τη δηµοκρατία να απειλείται από εθνικιστικές και αντικοινωνικές πολιτικές.

Οι ανθρώπινες αξίες, η ηθική, η παράδοση, η ελευθερόφρων σκέψη βάλλονται ανηλεώς. Το εφήµερο, ο εντυπωσιασµός, ο φανατισµός, η πόλωση, η χειραγώγηση, η ψευδής είδηση τείνουν να κυριαρχήσουν, µε τον κίνδυνο να σαρώσουν τα πάντα. Η ταχύτητα και ο ολισµός των δεδοµένων δρουν ισοπεδωτικά, ενόσω ο άνθρωπος θυσιάζεται απροσχηµάτιστα στον βωµό των συµφερόντων. 

Η διανόηση από αρχαιοτάτων χρόνων στον τόπο µας συγκροτεί συστήµατα αξιών. Δυόµισι χιλιάδες χρόνια µετά, συνεχίζει να προασπίζεται διεθνώς αξίες που εξελίσσονται µεν, διατηρούν ωστόσο στο κέντρο τους τη µέριµνα για την αναπαραγωγή ενός κόσµου σχεδιασµένου από τους ανθρώπους για ανθρώπους. 

Πλάτων Τσούλος 
Διευθυντής

Βαρθολομαῖος

Οικουμενικός Πατριάρχης

Οικονομία καί πολιτισμός
της αλληλεγγύης

Ηοἰκονοµία καί ὁ τρόπος ὀργάνωσης καί λειτουργίας της ἐπηρεάζουν βαθιά τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί τήν κοινωνική ζωή σέ ὅλες τίς διαστάσεις τους. Ἡ κυρίαρχη σήµερα ἀρχή τῆς «ἰδιονοµίας τῆς οἰκονοµίας» ἐργαλειοποιεῖ τήν οἰκονοµική δράστηριότητα, ὁδηγεῖ ἀναπότρεπτα σέ διάσπαση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, παράγει κοινωνική ἀνισότητα καί λειτουργεῖ κατά τοῦ κοινοῦ καλοῦ. Οἱ θιασῶτες καί οἱ ἐκπρόσωποί της ὑποστηρίζουν, µάλιστα, ὅτι δέν ὑπάρχει ἐναλλακτική ἐπιλογή ἔναντι τοῦ ἄκρατου οἰκονοµισµοῦ στίς σύγχρονες κοινωνίες καί ὅτι ἡ µή συµµόρφωση πρός τίς ἀρχές καί τίς ἐπιταγές του δηµιουργεῖ κοινωνικές ἀνατροπές καί ἀνεξέλεγκτες ἐξελίξεις.

Ἐνώπιον τῶν ἐπιπτώσεων τοῦ συγχρόνου «φονταµενταλισµοῦ τῆς ἀγορᾶς» καί τῆς συναφοῦς ἐξαντλητικῆς ἐκµετάλλευσης τῶν φυσικῶν πόρων, τό Οἰκουµενικό Πατριαρχεῖο, µέ ὀξύ αἰσθητήριο γιά τούς κραδασµούς τῆς ἱστορίας καί µέ εὐήκοον οὖς γιά τίς ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις καί τίς ζωτικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, µακράν ἀπό ἐφήµερους στόχους καί χρησιµοθηρικές θεωρήσεις, µέ ἀπόλυτο σεβασµό πρός τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δηµιουργίας, προβάλλει τό πρότυπο µιᾶς βιώσιµης οἰκονοµίας, ἡ ὁποία συνδυάζει οἰκονοµικές στρατηγικές µέ πνευµατικές καί ἠθικές ἀρχές. Οἱ κοινωνίες δέν εὐδοκιµοῦν χωρίς ἀναφορά σέ αὐτές τίς ἀρχές, ἡ πίστη στίς ὁποῖες ἀποτελεῖ πηγή ἔµπνευσης καί δηµιουργικῶν δράσεων, ὀξύνει τό αἰσθητήριο γιά τό δέον καί τό πρακτέον, καθώς καί γιά τό ἀληθές νόηµα τῆς προόδου.

Συνεχεια αναγνωσης

Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τή συµπλήρωση δεκαετίας ἀπό τήν σύγκληση τῆς ὁποίας ἑορτάζουµε ἐφέτος, κατονόµασε τήν «αὐτονόµησιν τῆς οἰκονοµίας ἀπό τάς ζωτικάς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου καί τήν µετατροπήν της εἰς αὐτοσκοπόν» ὡς «προκλητικήν ἀπειλήν διά τόν σύγχρονον ἄνθρωπον», καί πρότεινε µία οἰκονοµία, ἡ ὁποία στηρίζεται «ἐπί ἠθικῶν ἀρχῶν» καί διακονεῖ ἐµπράκτως τόν ἄνθρωπο. «Βιώσιµος οἰκονοµία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συνδυάζει τήν ἀποτελεσµατικότητα µετά δικαιοσύνης καί κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης», διακηρύσσει ἡ Σύνοδος.

Οἱ μεγάλες προκλήσεις τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἀδύνατον νά ἀντιμετωπισθοῦν ἀποκλειστικά ἐπί τῇ βάσει πραγματιστικῶν ἐπιλογῶν, οἰκονομοκεντρικῶν καί τεχνοκρατικῶν μέτρων. Ὁ σεβασμός τῶν πνευματικῶν καί ἠθικῶν ἀξιῶν ὄχι μόνον δέν παρεμποδίζει τήν ἀξιοποίηση τῶν συγχρόνων τεχνολογικῶν καί ἐπικοινωνιακῶν δυνατοτήτων στόν χῶρο τῆς οἰκονομίας, ἀλλά ἐμπνέει τό «ὑγιῶς ἐπιχειρεῖν» καί εὐνοεῖ τή βιώσιμη ἀνάπτυξη. Θεωροῦμε ἀξονικῆς σημασίας γιά τό μέλλον τήν ἀξιοποίηση τῆς κοινωνικῆς διδασκαλίας καί ἐμπειρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς κατ᾽ ἐξοχήν κοινοτικῆς μορφῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Λόγῳ τοῦ κοινωνικοῦ της αἰσθητηρίου, ἡ Ἐκκλησία μας ποτέ δέν ὑπῆρξε ἕνα «ἐξουσιαστικό καθίδρυμα». Ἡ Θεολογία ἐξαίρει τό γεγονός ὅτι, παρά τίς ἱστορικές περιπλοκές καί τίς ὀπισθοδρομήσεις, «ὑπάρχει ἀκόμη, ὅπως ὑπῆρξε ἐπί αἰῶνες, ἰσχυρό κοινωνικό ἔνστικτο στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία». Ἡ ἐνασχόληση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τά σύγχρονα κοινωνικά καί οἰκονομικά προβλήματα συνεχίζει μία ἐντυπωσιακή παράδοση φιλανθρώπου μαρτυρίας, ἡ ὁποία προκαλεῖ θαυμασμό ἀκόμη καί στούς πολεμίους τῆς πίστης μας. Ἡ ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀδελφοσύνης, τῆς βοήθειας καί τῆς φιλανθρωπίας, δέν εἶναι δυνατόν νά γραφεῖ χωρίς ἀναφορά στήν καθοριστική συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στό πνεῦμα αὐτό, ἀπευθύνουμε πρός ὅλους τούς παράγοντες τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τήν προτροπή νά μή παραβλέπουν στίς ἀποφάσεις τους τίς πνευματικές ἀρχές καί ἀξίες, ἡ ἄγνοια, ἡ ὑποτίμηση καί ἡ ἀθέτηση τῶν ὁποίων ἔχει ἀρνητικές συνέπειες γιά ὅλες τίς πτυχές τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.

Προφανέστατα, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο βλέπουμε τόν ἄνθρωπο, τήν προέλευσή του, τό περιεχόμενο, τό νόημα καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς του, προσδιορίζει καί τό πῶς φανταζόμαστε τό αὔριο τῶν κοινωνιῶν μας. Ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει ἀνάγκη συναίνεσης ἐπί ἑνός κορμοῦ κοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, οἱ ὁποῖες, ἐν τῷ μέσῳ τῶν θρησκευτικῶν, πολιτισμικῶν, κοινωνικῶν καί πολιτικῶν διαφοροποιήσεων, θά λειτουργεῖ ὡς πυξίδα στήν πορεία πρός τό μέλλον καί ὡς μοχλός τῶν ἐξελίξεων. Ἄξονα αὐτοῦ τοῦ συνόλου ἀξιῶν θεωροῦμε τήν ἀρχή τῆς ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία προάγει τήν εἰρηνική συνύπαρξη, τήν συνυπευθυνότητα, τόν ἀγῶνα γιά κοινωνική δικαιοσύνη, ἐγγυᾶται τήν καλή λειτουργία τῶν θεσμῶν καί ἐμπερικλείει τόν σεβασμό τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τοῦ «oἴκου» τοῦ ἀνθρώπου. Μέ αὐτόν τόν «πολιτισμό τῆς ἀλληλεγγύης» συνδέεται ἄρρηκτα τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, ἡ ἐλευθερία καί ἡ εὐημερία της.

Ιερώνυμος Β'

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος

H δύναμη της αγάπης
και η μεγάλη μας ελπίδα

Τὶς ἡµέρες ποὺ γράφεται τὸ παρὸν κείµενο τὸ πλαίσιο ποὺ ἀναµφίβολα προσδιορίζει κάθε στοχασµὸ γιὰ τὸν εἰκοστὸ πρῶτο αἰῶνα εἶναι ἡ παγκόσµια γεωπολιτικὴ σκηνή. Ὁ χρόνος εἶναι πυκνὸς καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει ἂν πρόκειται γιὰ κρίσεις ποὺ θὰ τελειώσουν καὶ θὰ ἐπανέλθουµε σὲ µία κανονικότητα, ἢ ἂν τὰ γεγονότα θὰ µᾶς ὁδηγήσουν σὲ µιὰ ἐντελῶς νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα, σὲ ἀχαρτογράφητα νερὰ καὶ πιθανὸν σὲ καταστάσεις πολὺ δραµατικές. Τὸ ἀξιακὸ σύστηµα τοῦ ἴδιου τοῦ δυτικοῦ κόσµου, ἀκόµα καὶ αὐτό, δείχνει νὰ ἀνατρέπεται ἐκ τῶν ἔσω. Θέλουµε νὰ πιστεύουµε ὅτι δὲν ζοῦµε καὶ πάλι στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1930. Ἡ ἐλπίδα µας εἶναι ὅτι δὲν θὰ πρυτανεύσει ἡ παράνοια.

Πίσω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔντονη ἐπικαιρότητα βρίσκεται τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ γενικότερο πλαίσιο τῆς µετανεωτερικότητας. Ἡ ἀπόλυτη ἐξατοµίκευση καὶ ἡ ἐπιθυµία ὡς ἀπόλυτο κριτήριο ὄχι µόνο γιὰ τὸ «δέον» ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ «εἶναι», ὁ ναρκισσισµὸς καὶ ἡ θέληση γιὰ δύναµη, ἡ κατάρρευση κάθε κοινῆς πηγῆς νοήµατος, ἡ ἀποδόµηση τῆς γλώσσας καὶ ἡ ἀντίληψη ὅτι ὅλα εἶναι ὅλα, ὁ µετα-ανθρωπισµὸς καὶ ἡ «βελτίωση» τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης µέσω τῆς ἐπιστήµης καὶ τῆς τεχνολογίας στὴν προοπτικὴ µάλιστα τῆς καλπάζουσας Τεχνητῆς Νοηµοσύνης, ὁ ἄγνωστος κόσµος τῆς Τεχνητῆς Νοηµοσύνης, ἡ ἀπειλὴ τῆς ἔλευσης ἑνὸς χαοτικοῦ κόσµου καὶ οἱ πιθανὲς ἀντιδράσεις τῶν λαῶν ἀλλὰ καὶ τῶν κέντρων ἐξουσίας ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν ἀπειλή.

Συνεχεια αναγνωσης

Τὰ διαχρονικὰ προβλήµατα ἐξ ἄλλου τῆς φτώχειας καὶ τῆς ἀνεργίας, τοῦ τρίτου κόσµου καὶ τοῦ ἀναλφαβητισµοῦ, τῆς ἀρρώστειας, τῶν ναρκωτικῶν, τῆς ἀδικίας καὶ τῶν ποικίλων ἄνοµων συµφερόντων, τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισµοῦ, καθὼς καὶ τὸ πρόβληµα τῆς κλιµατικῆς ἀλλαγῆς, διαπλέκονται στὸν καµβὰ τῆς πραγµατικότητας, κάνοντας ἀκόµα περισσότερο ὁρατὸ ἕνα δυστοπικὸ µέλλον.

Ασφαλῶς ἔχουµε νὰ περιµένουµε πολλὰ θετικὰ ἀπὸ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἐπιστήµης. Ἂν κάτι µπορεῖ νὰ ζωντανεύσει τὴν αἰσιόδοξη διάθεσή µας καὶ νὰ φωτίσει τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ σκοτάδια τῆς ἀνθρωπότητας, αὐτὸ εἶναι τὸ ὅραµα τῆς διαπροσωπικῆς σχέσης καὶ τῆς ἀγάπης. Ὁ πόνος καὶ ὁ ὑπαρξιακὸς θάνατος εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀπουσία τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀναγνώριση τῆς παρουσίας τοῦ «ἄλλου», ἡ δύναµη τῆς ἀγάπης, ποὺ µᾶς βγάζει ἀπὸ τὶς ἀτοµικές µας ἀσφυξίες. Ποὺ µεταβάλλει τὸν χρόνο σὲ αἰωνιότητα. Ποὺ ἀποδυναµώνει τὴν φθορά. Aποµένει σὲ µᾶς ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ εὐθύνη. «Τοῦ µέλλοντος ἡ µέρες στέκοντ, ἐµπροστά µας σὰ µιὰ σειρὰ κεράκια ἀναµένα», γράφει ὁ ἀλεξανδρινὸς ποιητής. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ φροντίδα τῆς προσωπικῆς µας πορείας ποὺ πρέπει, ἀνάµεσα σὲ ἄλλες φροντίδες, νὰ προσεχθεῖ. Εἶναι ἡ προσωπική µας πραγµάτωση ποὺ µπορεῖ νὰ συµβάλει στὴν ἀλλαγὴ τοῦ κόσµου. Καὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὄνοµα, ἡ µεγάλη µας ἐλπίδα, τὸ ὁποῖο παραπέµπει σὲ σχέση µὲ δύναµη ἀληθινὰ µεταµορφωτική. Τὸ ὄνοµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 

Δρ Λίνα Μενδώνη

Υπουργός Πολιτισμού

Ο ελληνικός Πολιτισμός
στην εποχή της
Τεχνητής Νοημοσύνης:
Ευκαιρίες και προκλήσεις

Η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν αποτελεί, σήµερα, ένα θεωρητικό ή µακρινό τεχνολογικό ενδεχόµενο. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια εξελίχθηκε σε µια δύναµη, που επηρεάζει, ήδη, κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας: την επιστήµη, την οικονοµία, την εκπαίδευση, την εργασία, την παραγωγή, την επικοινωνία και, ασφαλώς, τον Πολιτισµό. Η ταχύτητα µε την οποία αναπτύσσονται τα συστήµατα Τ.Ν. δηµιουργεί ένα νέο ιστορικό πλαίσιο, στο οποίο επανακαθορίζονται, όχι µόνο οι τεχνικές δυνατότητες των κοινωνιών, αλλά και θεµελιώδεις έννοιες και αξίες, όπως η αυθεντικότητα και η αλήθεια, η ανθρώπινη δηµιουργικότητα, η συλλογική µνήµη και η ταυτότητα.

Ο Πολιτισµός βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της µετάβασης. Η Τ.Ν. µετασχηµατίζει τον τρόπο µε τον οποίο παράγεται, τεκµηριώνεται, ερµηνεύεται και προσλαµβάνεται η πολιτιστική εµπειρία. Στη λογοτεχνία, στην εικαστική δηµιουργία, στη µουσική, στον κινηµατογράφο, αλγόριθµοι είναι σε θέση να παράγουν περιεχόµενο, που προσοµοιάζει, όλο και περισσότερο, στην ανθρώπινη δηµιουργία. Παράλληλα, η Τ.Ν. αλλάζει ριζικά τον τρόπο µε τον οποίο µελετούµε και διαχειριζόµαστε την πολιτιστική κληρονοµιά: Από την ψηφιακή τεκµηρίωση και τη δηµιουργία «ψηφιακών διδύµων» των µνηµείων µας, ως την ανάλυση τεράστιων όγκων δεδοµένων και την ανάπτυξη εµβυθιστικών εµπειριών εικονικής και επαυξηµένης πραγµατικότητας.

Οι νέες δυνατότητες είναι εντυπωσιακές. Η Τ.Ν. µπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκατάστασης και προστασίας των µνηµείων. Να συµβάλει στην ανασύνθεση κατεστραµµένων αρχιτεκτονικών συνόλων. Να βοηθήσει στην ανάγνωση και στην ερµηνεία αρχαίων κειµένων.

Συνεχεια αναγνωσης

Να διευρύνει την πρόσβαση του κοινού στην πολιτιστική κληρονοµιά, καθιστώντας τον Πολιτισµό πιο συµπεριληπτικό και περισσότερο προσιτό. Εικονικές περιηγήσεις, πολυγλωσσικοί ψηφιακοί οδηγοί, διαδραστικές εφαρµογές και εξατοµικευµένες πολιτιστικές διαδροµές επιτρέπουν σε πολίτες, απανταχού της Γης, να βιώνουν την πολιτιστική εµπειρία, χωρίς γεωγραφικούς ή φυσικούς περιορισµούς. Για άτοµα εµποδιζόµενα ή µε αναπηρία, οι εφαρµογές αυτές αποτελούν κρίσιµο εργαλείο της ισότιµης συµµετοχής τους στο πολιτιστικό γίγνεσθαι. Συγχρόνως, όµως, οι ραγδαία εξελισσόµενες και διευρυνόµενες δυνατότητες της Τ.Ν. γεννούν κρίσιµα ερωτήµατα. Μπορεί µια µηχανή να δηµιουργήσει πρωτότυπη τέχνη; Πού τελειώνει η ανθρώπινη έµπνευση και πού αρχίζει η «µηχανική δηµιουργικότητα»; Η δυνατότητα των αλγορίθµων να µιµούνται το ύφος µεγάλων δηµιουργών, να παράγουν εικόνες, µουσική ή κείµενα που µοιάζουν ανθρώπινα, θολώνει τα όρια ανάµεσα στο αυθεντικό και το παράγωγο, το συνθετικό. Η πολιτιστική εµπειρία, η οποία παραδοσιακά συνδεόταν µε τη βιωµατική ανθρώπινη εµπειρία και έκφραση, εισέρχεται πλέον σε µια εποχή, όπου η διάκριση ανάµεσα στο ανθρώπινο και στο τεχνητό γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη.

Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει την ανθρώπινη δεξιοτεχνία. Πώς διαφοροποιείται και διακρίνεται από αυτή της µηχανής; Η δηµιουργικότητα αναγκαστικά µετασχηµατίζεται και ωθείται σε αλλαγή οπτικής και εκφραστικών µέσων. Η αξία µετατοπίζεται από την αρτιότητα της εκτέλεσης στη γνησιότητα της έµπνευσης, στο βάθος της σύλληψης, στην εδραίωση της κριτικής σκέψης, στην αισθητική επιλογή και στην ηθική ευθύνη. Αναδύονται νέες υβριδικές δεξιότητες, που συνδυάζουν την τεχνολογική γνώση µε την καλλιτεχνική ευαισθησία. Αυτή είναι η θετική προοπτική. Στον αντίποδα, η υπερβολική εξάρτηση από αλγοριθµικά εργαλεία µπορεί να οδηγήσει σε οµογενοποίηση της αισθητικής και της πολιτισµικής έκφρασης. Στην υποκατάσταση της πρωτότυπης δηµιουργικής «βασάνου» µε την ευκολία της κακώς νοούµενης «εµπνευσµένης» µιµητικής αντιγραφής.

Ο Πολιτισµός, σε µια κοινωνία που αλλάζει ταχύτατα λόγω των νέων τεχνολογιών, συνιστά θεµελιώδες κέντρο κοινής αναφοράς και στοιχείο διατήρησης και αποκατάστασης της συνοχής. Ο Πολιτισµός, µέσω της πολιτιστικής κληρονοµιάς, λειτουργεί ως κοινό σηµείο αναφοράς, ως ζωντανός δεσµός ανάµεσα στις γενιές, σε µια εποχή αλγοριθµικής εξατοµίκευσης, κοινωνικού κατακερµατισµού και επικοινωνιακής και διανοητικής παγίδευσης, σε µια «φούσκα φίλτρων» (filter bubble). Σε ένα περιβάλλον διαρκούς επιτάχυνσης και κατακερµατισµού, η πολιτιστική µνήµη προσφέρει σταθερότητα και νόηµα. Ο Πολιτισµός δεν αντιστέκεται στην πρόοδο. Αντίθετα, την ενσωµατώνει και τη νοηµατοδοτεί, προσδίδοντάς της ανθρώπινο περιεχόµενο και κοινωνικό προσανατολισµό. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση της πολιτιστικής πολυµορφίας αποτελεί προϋπόθεση για µια δηµοκρατική και ανθρωποκεντρική ψηφιακή κοινωνία. Το ζήτηµα της πολιτιστικής πολυµορφίας και αντιπροσωπευτικότητας είναι ιδιαίτερα κρίσιµο. Τα κυρίαρχα µοντέλα Τ.Ν. εκπαιδεύονται, κυρίως, σε αγγλόφωνα δεδοµένα και συχνά αναπαράγουν πολιτισµικές και γλωσσικές µεροληψίες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, µικρότερες γλώσσες και πολιτισµοί κινδυνεύουν να υποεκπροσωπηθούν, να αγνοηθούν ή να παραµορφωθούν. Η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισµός, µε το µεγάλο ιστορικό τους βάθος, αλλά τη µικρή, σύγχρονη, πληθυσµιακή εκπροσώπηση και τη σχετικά περιορισµένη ψηφιακή παρουσία -σε σύγκριση µε τις µεγάλες γλωσσικές κοινότητες- βρίσκονται αντιµέτωποι µε αυτή την πρόκληση. Το ερώτηµα δεν είναι µόνο και κυρίως τεχνολογικό. Είναι πρωτίστως πολιτισµικό και εθνικό. Πώς διασφαλίζουµε ότι η ελληνική γλωσσική και πολιτισµική ταυτότητά µας θα εκπροσωπείται αυθεντικά και επαρκώς στον παγκόσµιο ψηφιακό χώρο της Τ.Ν.;

Η «σύγκλιση» Τεχνητής Νοηµοσύνης και Πολιτισµού αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σηµασία για την εθνική µας ταυτότητα. Η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει την Τ.Ν., όχι ως εργαλείο πολιτιστικής οµογενοποίησης, αλλά ως µέσο διαφύλαξης και αναζωογόνησης της διακριτής πολιτισµικής της παρουσίας και συνέχειας. Εν προκειµένω, η δηµιουργία ελληνικών χώρων δεδοµένων και γνωσιακών υποδοµών, µε παράλληλη ανάπτυξη ελληνικών Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) µπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην αγγλοκεντρική κυριαρχία των σηµερινών συστηµάτων Τ.Ν. Η ελληνική γλώσσα, η ιστορία, η φιλοσοφία, οι παραδόσεις, η πολιτιστική κληρονοµιά και η σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση και δηµιουργική παραγωγή δεν πρέπει να αποτελέσουν «περιθωριακά δεδοµένα» στον νέο ψηφιακό κόσµο, αλλά ενεργό και δυναµικό µέρος της παγκόσµιας πολιτιστικής παραγωγής και γνώσης.

Εξίσου σηµαντικά είναι τα ζητήµατα ηθικής, ιδιωτικότητας και πνευµατικής ιδιοκτησίας. Η εκπαίδευση µοντέλων Τ.Ν. σε έργα καλλιτεχνών, χωρίς τη συναίνεσή τους, εγείρει σοβαρά ερωτήµατα σχετικά µε τη χρήση της ανθρώπινης δηµιουργίας, ως «πρώτης ύλης», για εµπορικά συστήµατα. Ποιος κατέχει τα δικαιώµατα ενός έργου που παράγεται µε τη βοήθεια της Τ.Ν.; Πώς διασφαλίζεται η αναγνώριση του δηµιουργού; Πώς προστατεύεται η αυθεντικότητα και η ακεραιότητα των έργων, σε µια εποχή συνθετικού περιεχοµένου και deepfakes; Η απάντηση δεν µπορεί να είναι ούτε η τεχνοφοβία ούτε η ανεξέλεγκτη απορρύθµιση. Απαιτείται σαφές θεσµικό και ηθικό πλαίσιο, βασισµένο στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στη δίκαιη αποζηµίωση και στον απόλυτο σεβασµό της ανθρώπινης δηµιουργίας.

Σε αυτό, ακριβώς, το πεδίο η Ελλάδα επιχειρεί να κινηθεί συντονισµένα και στρατηγικά. Το Υπουργείο Πολιτισµού, παρακολουθώντας, στενά και εξαρχής, τις εξελίξεις, ανέπτυξε συγκεκριµένες πρωτοβουλίες για την οµαλή ενσωµάτωση και την αποτελεσµατική αξιοποίηση της Τεχνητής Νοηµοσύνης στον Πολιτιστικό Τοµέα, στο πλαίσιο της διαρκούς επικαιροποίησης και εξέλιξης της ψηφιακής του στρατηγικής. Αξιοποιώντας τα πορίσµατα και τις προτάσεις της Συµβουλευτικής Επιτροπής, που συγκροτήθηκε, το 2023, από τον Πρωθυπουργό και η οποία συνέταξε την έκθεση µε τίτλο «Σχέδιο για τη Μετάβαση της Ελλάδας στην Εποχή της Τεχνητής Νοηµοσύνης», έχει ήδη προχωρήσει στην κατάρτιση Εθνικής Στρατηγικής, για την οµαλή ενσωµάτωση και αξιοποίηση της Τεχνητής Νοηµοσύνης στον Πολιτισµό.

Η στρατηγική αυτή αφορά τόσο την πολιτιστική κληρονοµιά, όσο και τη σύγχρονη δηµιουργία. Θεµελιώνεται στις αρχές της καινοτοµίας, της συµπερίληψης, της βιωσιµότητας και της ηθικής διακυβέρνησης, ενώ ευθυγραµµίζεται µε τον Ευρωπαϊκό Κανονισµό για την Τ.Ν. (AI Act) και τις αρχές της UNESCO, για την υπεύθυνη χρήση της Τ.Ν. Εξειδικεύεται, µέσω της συνεργασίας κράτους, ακαδηµαϊκών φορέων, επιχειρήσεων και κοινωνίας και αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήµατα, το υψηλής κατάρτισης έµψυχο δυναµικό και τις υπό ανάπτυξη υψηλών δυνατοτήτων τεχνικές υποδοµές της πατρίδας µας.

Στον τοµέα της πολιτιστικής κληρονοµιάς, η Στρατηγική θέτει ένα εµπεριστατωµένο και συνεκτικό πλαίσιο, που συνδέει τις ψηφιακές υποδοµές µε την έρευνα, την προστασία, τη διαχείριση, την προσβασιµότητα και την αξιοποίηση του πολιτιστικού αποθέµατος στην εκπαίδευση, στον τουρισµό και στην εξωστρέφεια της χώρας. Κεντρικό στοιχείο της είναι η χαρτογράφηση, η ενοποίηση και η υπεύθυνη διαχείριση των πολιτιστικών δεδοµένων, ώστε η γνώση να είναι προσβάσιµη, συνδεδεµένη, διαλειτουργική και επαναχρησιµοποιήσιµη. Παράλληλα, επικεντρώνεται στην προστασία µνηµείων και συλλογών, µέσω προηγµένων ψηφιακών εργαλείων, όπως τα ψηφιακά δίδυµα, η παρακολούθηση σε πραγµατικό χρόνο και οι προγνωστικές αναλύσεις, που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την αποτελεσµατική διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη δηµιουργία πολυγλωσσικών και εµβυθιστικών πολιτιστικών εµπειριών, οι οποίες απευθύνονται σε όλες τις οµάδες των πολιτών. Στον τοµέα του Σύγχρονου Πολιτισµού και της δηµιουργικής βιοµηχανίας, η Στρατηγική δίνει ιδιαίτερη έµφαση στα ζητήµατα της προστασίας των δηµιουργών, των πνευµατικών και συγγενικών δικαιωµάτων -από το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο στο νέο περιβάλλον της Τ.Ν.-, στη θωράκιση της δηµιουργικότητας και του πρωτότυπου περιεχοµένου, στις εργασιακές, οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Τέλος, η Στρατηγική δεσµεύεται για βιώσιµη χρηµατοδότηση και µακροπρόθεσµο σχεδιασµό, ώστε η καινοτοµία να µην αποτελέσει µια σειρά αποσπασµατικών δράσεων, αλλά µια συνεκτική και σταθερή εθνική προσπάθεια, µε συνεχή παρακολούθηση και προσαρµογή στις εξελίξεις της τεχνολογίας και της κοινωνίας.

Η Ελλάδα, µε αυτόν τον τρόπο, όχι απλώς ευθυγραµµίζεται µε τις παγκόσµιες εξελίξεις –από τον Ευρωπαϊκό Κανονισµό για την Τ.Ν. έως τις διεθνείς αρχές για την ηθική Τ.Ν.– αλλά τοποθετείται στην πρώτη γραµµή του διεθνούς διαλόγου για το µέλλον του Πολιτισµού, καθώς λίγες χώρες παγκοσµίως έχουν ήδη προχωρήσει στην κατάρτιση ολοκληρωµένης στρατηγικής. Το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισµού, µάλιστα, κάνει ένα ακόµη βήµα, συµµετέχοντας ενεργά στο εµβληµατικό έργο της δηµιουργίας του ελληνικού εργοστασίου Τεχνητής Νοηµοσύνης «PHAROS– The Greek AI Factory». Συµβάλλει στη συγκρότηση του «Ελληνικού Χώρου ∆εδοµένων» για τη Γλώσσα και τον Πολιτισµό και της γνωσιακής υποδοµής, εµπλουτισµένης µε πρωτογενείς πηγές και έγκυρα δεδοµένα, για το σύνολο του πολιτιστικού αποθέµατος, στην ανάπτυξη και εκπαίδευση ενός Ελληνικού Μεγάλου Γλωσσικού Μοντέλου (LLM), καθώς και στην ανάπτυξη εργαλειοθήκης, µε σύνολα δεδοµένων, υπηρεσίες και εφαρµογές Τ.Ν. για χρήση από δηµόσιους φορείς, ερευνητικά ιδρύµατα, πολιτιστικούς οργανισµούς και µικροµεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου.

Η Ελλάδα, ως θεµατοφύλακας µιας από τις σηµαντικότερες πολιτιστικές παραδόσεις της ανθρωπότητας, έχει το χρέος, τη δυνατότητα και την ευκαιρία να αξιοποιήσει την Τ.Ν. ως εργαλείο προστασίας, ανάδειξης και εξωστρέφειας του ελληνικού πολιτισµού. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα οφείλει να παίξει ενεργό και κεντρικό ρόλο στη διαµόρφωση των αξιών και των διεθνών κανόνων, που θα διέπουν τη σχέση Πολιτισµού και Τεχνητής Νοηµοσύνης. ∆ιότι το ερώτηµα δεν είναι αν η Τ.Ν. θα αλλάξει τον Πολιτισµό. Αυτό ήδη συµβαίνει. Το πραγµατικό και κρίσιµο ερώτηµα είναι ΠΟΙΟΣ θα καθορίσει τις αξίες και τις αρχές αυτής της αλλαγής. Η Τ.Ν. είναι ένα κορυφαίο επίτευγµα του ανθρώπινου πολιτισµού. Ο Πολιτισµός δηµιουργείται από ανθρώπους για ανθρώπους. Αυτό το ανθρωποκεντρικό θεµέλιο πρέπει να παραµείνει ισχυρό και στην εποχή της Τεχνητής Νοηµοσύνης. Η ευθύνη για τον τρόπο µε τον οποίο θα επιτευχθεί αυτό παραµένει ανθρώπινη και µας βαρύνει όλους.

Εμβρίθεια

Γεράσιμος Σιάσος

Πρύτανης Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Καθηγητής Καρδιολογίας, Διευθυντής Γ' Πανεπιστημιακής
Καρδιολογικής Κλινικής του ΓΝΝΘΑ «Η ΣΩΤΗΡΙΑ»

Διανόηση και ΕΚΠΑ
στον 21ο αιώνα:
Ευθύνη και προοπτική

Από το «Πάντα χρήµατα ήν οµού· είτα νους ελθών αυτά διεκόσµησε» του Αναξαγόρα, µέχρι και σήµερα, η διανόηση αποτελεί έναν από τους θεµελιώδεις πυλώνες της ιστορικής εξέλιξης των κοινωνιών. ∆εν πρόκειται απλώς για την παραγωγή γνώσης, αλλά για µια δυναµική διαδικασία αµφισβήτησης, αναστοχασµού και δηµιουργίας νέων προτύπων σκέψης που µετασχηµατίζουν τον κόσµο. Από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, οι διανοούµενοι υπήρξαν οι φορείς της πνευµατικής ανανέωσης, οι αρχιτέκτονες των ιδεών που καθόρισαν πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισµικές µεταβολές. Η διανόηση λειτουργεί ως γέφυρα µεταξύ της γνώσης και της κοινωνικής πράξης, επηρεάζοντας όχι µόνο την πνευµατική ζωή αλλά και την ίδια τη δοµή της κοινωνίας.

Η διανόηση, ωστόσο, δεν αναπτύσσεται σε κενό. Χρειάζεται θεσµούς που να την καλλιεργούν και να την ενισχύουν. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Πανεπιστήµια αποτελούν τον φυσικό χώρο πνευµατικής δηµιουργίας, λειτουργούν ως εργαστήρια ιδεών και φορείς κοινωνικού µετασχηµατισµού. Στο Πανεπιστήµιο συναντώνται διαφορετικές επιστηµονικές παραδόσεις, διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις και διαφορετικές πολιτισµικές εµπειρίες, δηµιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η σκέψη µπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα. Η σχέση µεταξύ διανόησης και Πανεπιστηµίων υπήρξε ιστορικά αµφίδροµη.

Οι διανοούµενοι βρίσκουν στο Πανεπιστήµιο τον χώρο για να αναπτύξουν την έρευνά τους, ενώ τα Πανεπιστήµια αντλούν τη δυναµική τους από τη δηµιουργικότητα και την κριτική σκέψη των διανοουµένων. Αυτή η σχέση καθιστά τα πανεπιστήµια βασικούς φορείς κοινωνικής εξέλιξης. Μέσα από τη διδασκαλία και την έρευνα, διαµορφώνονται οι νέες γενιές επιστηµόνων, πολιτών και ηγετών, οι οποίοι θα αναλάβουν να οδηγήσουν τις κοινωνίες στο µέλλον.

Συνεχεια αναγνωσης

Στην Ελλάδα, ο ρόλος της διανόησης υπήρξε καθοριστικός, ιδιαίτερα κατά τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Μετά την ανεξαρτησία, η ανάγκη για θεσµική οργάνωση και πνευµατική συγκρότηση της κοινωνίας υπήρξε επιτακτική για την επιβίωση του Έθνους. Επιπροσθέτως, η δηµιουργία ενός µορφωµένου δυναµικού που θα στελέχωνε τη δηµόσια διοίκηση, την εκπαίδευση και την οικονοµία αποτέλεσε προτεραιότητα για την πολιτεία.

Η ίδρυση του Πανεπιστηµίου Αθηνών, το 1837 ως «Πανεπιστήµιον του Όθωνος» και από το 1862 ως «Εθνικόν Πανεπιστήµιον», υπήρξε ιστορικό ορόσηµο για τη χώρα. Το Πανεπιστήµιο Αθηνών δεν αποτέλεσε µόνο το πρώτο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυµα της Ελλάδας, αλλά και ένα κέντρο πνευµατικής αναγέννησης. Κατά τους λόγους του πρώτου Πρύτανή του, Κωνσταντίνου Σχινά, αποτέλεσε «τὸν ἀµφικτυονικό δεσµό τῶν ἀπανταχοῦ τῆς γῆς ἐπιστηµόνων καὶ φιλεπιστηµόνων Ἑλλήνων». Η φράση αυτή αποτυπώνει τον ιστορικό ρόλο που ανέλαβε το Πανεπιστήµιο Αθηνών ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ως το λίκνο της επιστήµης και ως ο κυριότερος πυλώνας για την ανασυγκρότηση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, συγκέντρωσε προσωπικότητες, που µετέφεραν τις ιδέες του ευρωπαϊκού ∆ιαφωτισµού και της επιστηµονικής προόδου. Οι πρώτοι καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστηµίου οργάνωσαν τη δηµόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη και την εκπαίδευση, θέτοντας τις βάσεις για την ανάπτυξη του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Επί έναν αιώνα µετά την Επανάσταση του 1821 ήταν το µόνο Πανεπιστήµιο στη χώρα. Στο Πανεπιστήµιο στηρίχθηκε το Ελληνικό Κράτος για την ανασυγκρότησή του και την ανάπτυξη όλων των δοµών του (Σχολεία, Νοσοκοµεία, ∆ηµόσιες Υπηρεσίες, ∆ικαστήρια κ.λπ). Η δυναµική του παρέµβαση µέσα από την παροχή παιδείας, γνώσης, επιστήµης και πολιτισµού ανέδειξε γενιές Ελλήνων εντός και εκτός των συνόρων της χώρας. Η Πατρίδα µας σε µεγάλο βαθµό ταυτίστηκε πολιτισµικά µε το Πανεπιστήµιο, ενώ το ίδιο το Ίδρυµα λειτούργησε ως άριστος πρεσβευτής του ελληνικού πολιτισµού και του ελληνικού φωτός στη διεθνή κοινότητα.

Όλοι οι Πρόεδροι ∆ηµοκρατίας, πολλοί Πρωθυπουργοί, Πρόεδροι του Αρείου Πάγου, του Συµβουλίου Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Νοµικού Συµβουλίου Κράτους, φιλόσοφοι, ποιητές, συγγραφείς εκπαιδεύτηκαν στα αµφιθέατρα του Πανεπιστηµίου Αθηνών. Ανάµεσά τους οι Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Νίκος Καζαντζάκης, Άγγελος Σικελιανός, Μαρία Πολυδούρη, ∆ιδώ Σωτηρίου, Μανόλης Ανδρόνικος, Γεώργιος ∆ροσίνης, Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, Γεώργιος Παπανικολάου, Αµαλία Φλέµινγκ, 'Αγιος Νεκτάριος, Ιωάννης Γρυπάρης, Χαρίλαος Τρικούπης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Γεώργιος Παπανδρέου, Κωνσταντίνος Καραµανλής, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Κωνσταντίνος Τσάτσος και πολλοί ακόµη επιφανείς Έλληνες. Ο µεγάλος µας ποιητής Κωστής Παλαµάς δεν υπήρξε µόνο φοιτητής του ιδρύµατος, αλλά και για 31 χρόνια διατέλεσε Γενικός Γραµµατέας του Πανεπιστηµίου.

Παράλληλα, το Πανεπιστήµιο Αθηνών αποτέλεσε χώρο διαµόρφωσης της εθνικής ταυτότητας. Μέσα από τα πρώτα τµήµατα ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστηµών του, αναπτύχθηκε ένας διάλογος για την ιστορία, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισµό της Ελλάδας. Η διανόηση που αναδύθηκε από τους κόλπους του Πανεπιστηµίου θεµελίωσε την εθνική συνείδηση -το «Εθνικό µας Σπίτι» όπως το αποκαλούσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης- και συνέβαλε στη συγκρότηση µιας σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας, συνδέοντας την αρχαία κληρονοµιά µε τη σύγχρονη πραγµατικότητα.

∆εν υπάρχει γεγονός της νεότερης ελληνικής Ιστορίας που να µη συνδέεται µε το Πανεπιστήµιο Αθηνών. Σε περιόδους πολιτικών αναταραχών, πολέµων και κοινωνικών µεταβολών, λειτούργησε ως χώρος διαλόγου και κριτικής σκέψης, συµβάλλοντας στη διαµόρφωση δηµοκρατικών θεσµών και στην υπεράσπιση των ελευθεριών, επωµιζόµενο ρόλο πνευµατικής ηγεσίας. Άνθρωποι του Πανεπιστηµίου πολέµησαν στους Βαλκανικούς Πολέµους, στο Αλβανικό Μέτωπο και στην Εθνική Αντίσταση. Αρκετοί έπεσαν µαχόµενοι. Οι φοιτητές του Πανεπιστηµίου πρωταγωνίστησαν στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του 1950 για την Κύπρο και ήταν το Πανεπιστήµιο Αθηνών που µε το ιστορικό ψήφισµά του το 1974 ζήτησε από την παγκόσµια ακαδηµαϊκή κοινότητα να καταδικάσει την τουρκική εισβολή. Και ήταν η κατάληψη της Νοµικής τον Φεβρουάριο του 1973 που άνοιξε τον κύκλο των µεγάλων κινητοποιήσεων που οδήγησαν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέµβριο του 1973.

Tο Πανεπιστήµιο Αθηνών συνεχίζει σήµερα να αποτελεί έναν από τους σηµαντικότερους φορείς διανόησης και κοινωνικής εξέλιξης της χώρας, συµβολίζοντας τη δύναµη της γνώσης και τη σηµασία της πνευµατικής δηµιουργίας. Επιπλέον, το Πανεπιστήµιο Αθηνών εξακολουθεί να στελεχώνει το ελληνικό κράτος. Η στελέχωση του δικαστικού σώµατος, όλων των βαθµίδων της εκπαίδευσης (από τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία έως τα Πανεπιστήµια), αλλά και των περισσότερων επιστηµονικών φορέων που έχουν ρόλο επιστηµονικού συµβούλου του κράτους στηρίζεται σε µεγάλο βαθµό στους αποφοίτους µας. Αρκεί να σκεφτούµε ότι στην Αττική η ραχοκοκαλιά του Εθνικού Συστήµατος Υγείας αποτελείται από τα Πανεπιστηµιακά Νοσοκοµεία και τις Πανεπιστηµιακές κλινικές και εργαστήρια, αποτελώντας κέντρα αναφοράς για όλη τη χώρα και την Ευρώπη. Στους καθηγητές του Πανεπιστηµίου Αθηνών στρέφεται το κράτος για καθοδήγηση κρίσιµων θεµάτων, από την πανδηµία και τις φυσικές καταστροφές µέχρι τη νοµοθεσία και την αρχαιολογική έρευνα.

Από το 1837 τους µόλις 52 φοιτητές και τις τέσσερις µόνο σχολές, Θεολογική, Ιατρική, Νοµική, Φιλοσοφική, στην ίδρυσή του, σήµερα το Πανεπιστήµιο εκπαιδεύει εκατό χιλιάδες προπτυχιακούς και µεταπτυχιακούς φοιτητές σε 9 Σχολές και 42 Τµήµατα µε αντικείµενα που καλύπτουν όλο το φάσµα της επιστήµης. Επιπλέον, το Πανεπιστήµιο Αθηνών έχει αναπτύξει 35 ξενόγλωσσα προπτυχιακά και µεταπτυχιακά προγράµµατα σπουδών και συνεργασίες µε κορυφαία πανεπιστήµια του εξωτερικού, όπως το Χάρβαρντ, το Yale και η Σορβόννη. Συνολικά έχει αναπτύξει περισσότερες από 800 διµερείς συµφωνίες συνεργασίας µε πανεπιστήµια σε 63 χώρες, γεγονός που ενισχύει την εξωστρέφεια και τη διεθνή του παρουσία. Οι συνεργασίες µεταφράζονται σε ανταλλαγές εκατοντάδων φοιτητών και διδασκόντων, καθώς και σε κοινά ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράµµατα. Κορυφαίο βήµα στη διεθνοποίηση της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης αποτελεί η ίδρυση παραρτήµατος του Πανεπιστηµίου στην Κύπρο. Με 4 Σχολές και 8 Τµήµατα, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήµιο Αθηνών – Παράρτηµα Κύπρου είναι πλέον το πρώτο και µόνο Παράρτηµα ∆ηµόσιου Πανεπιστηµίου εκτός Ελλάδας.

Η διεθνής παρουσία του αποτυπώνεται σε υψηλές θέσεις σε όλες τις διεθνείς λίστες αξιολόγησης. Το Πανεπιστήµιό Αθηνών έλαβε για το 2025 την ειδική διάκριση ως το πλέον βελτιωµένο Πανεπιστήµιο στην Ευρώπη (QS World University Ranking), ενώ στην σηµαντικότερη κατάταξη Πανεπιστηµίων που αξιολογεί το ερευνητικό έργο (AD Scientific Index World Top Universities Ranking), το Πανεπιστήµιο Αθηνών σε µια εντυπωσιακή άνοδο βρίσκεται στην 62η θέση παγκοσµίως, καταγράφοντας την υψηλότερη θέση που έχει πετύχει ποτέ ελληνικό Πανεπιστήµιο σε οποιαδήποτε διεθνή κατάταξη. Στη σηµαντικότερη κατάταξη Πανεπιστηµίων των ΗΠΑ (US News Best Universities Rankings) πέτυχε επίσης την υψηλότερη θέση που έχει πετύχει ελληνικό Πανεπιστήµιο (θέση 216η µεταξύ των 2.500 καλύτερων Πανεπιστηµίων στον κόσµο).

Σήµερα, όµως, τα Πανεπιστήµια σε παγκόσµιο επίπεδο, βρίσκονται αντιµέτωπα µε µια σιωπηρή αλλά βαθιά µετατόπιση. Η γνώση αποσυνδέεται σταδιακά από τη σκέψη και επαναπροσδιορίζεται ως λειτουργική ικανότητα. Τα Πανεπιστήµια καλούνται να ανταποκριθούν σε δείκτες, αξιολογήσεις και ανταγωνισµούς που συχνά αποτιµούν την απόδοση µε όρους ποσοτικούς. Η έρευνα επιταχύνεται, η γνώση πολλαπλασιάζεται, αλλά η βαθύτερη κατανόηση του κόσµου, η διανόηση, δεν ακολουθεί απαραίτητα τον ίδιο ρυθµό.

Σε αυτή τη συγκυρία, το Πανεπιστήµιο Αθηνών εκ του ιστορικού του ρόλου φέρει ένα βάρος και µία ευθύνη: να διατηρήσει τη διανόηση ως κεντρική του αποστολή, ως δύναµη κατανόησης, δηµιουργίας, ελευθερίας, δηµοκρατίας και πολιτισµού. Γιατί η διανόηση είναι ευθύνη. ∆εν µπορεί να ευδοκιµήσει σε περιβάλλοντα που περιορίζουν τον διάλογο ή υποβαθµίζουν την αξία της κριτικής σκέψης. Το Πανεπιστήµιο αποτελεί χώρο ανοιχτής ανταλλαγής ιδεών, όπου η διαφορετικότητα των απόψεων δεν αποτελεί απειλή, αλλά πηγή δηµιουργίας. Εξάλλου, για το αρχαιότερο και µεγαλύτερο πνευµατικό ίδρυµα του νεότερου ελληνικού κράτους, η σχέση του µε τη διανόηση είναι υπαρξιακή.

Για αυτό και οι πρωτιές και η εκρηκτική άνοδος που απολαµβάνει το Πανεπιστήµιο Αθηνών σε όλες τις διεθνείς αξιολογήσεις κάθε χρόνο για τη συµβολή του στην τεχνολογική πρόοδο και την ερευνητική παραγωγή µπορεί να επιβραβεύουν το σηµαντικότατο έργο των µελών της επιστηµονικής µας κοινότητας, δεν αποτελούν όµως το µόνο ζητούµενο. Η µεγαλύτερη πρόκληση του Πανεπιστηµίου σήµερα είναι η διατήρησή του ως χώρου καλλιέργειας ελευθερίας της σκέψης, επιστηµονικής ακεραιότητας και κοινωνικής ευθύνης. Η σηµερινή παγκόσµια συγκυρία, µε τις γεωπολιτικές εντάσεις, την κλιµατική αλλαγή, τις υγειονοµικές προκλήσεις, τις κοινωνικές ανισότητες και τις τεχνολογικές µεταβολές, καθιστά αυτόν του τον ρόλο όχι απλώς αναγκαίο αλλά επιτακτικό.

Αυτός είναι ο προσανατολισµός του Πανεπιστήµιου Αθηνών σήµερα: να φωτίζει τον δρόµο, να οδηγεί την πρόοδο, να δηµιουργήσει πολίτες που θα διαµορφώσουν το αύριο. Το Πανεπιστήµιο µε τις αστείρευτες δυνάµεις του θα συνεχίσει να αποτελεί τον πιο φωτεινό φάρο γνώσης και δηµιουργικότητας, εµπνέοντας τις επόµενες γενιές και συµβάλλοντας στη διαµόρφωση µιας κοινωνίας που οι πολίτες της θα διαθέτουν την ικανότητα να ερµηνεύουν τον κόσµο και να δίνουν απαντήσεις στις προκλήσεις του παρόντος διαµορφώνοντας ένα πιο δίκαιο και ανθρώπινο µέλλον.

Ιωάννης Κ. Χατζηγεωργίου

Πρύτανης Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου
Καθηγητής της Σχολής Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών

Πολίτης
και πολίτευμα

Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του αναγνωρίζει την ύπαρξη έξι πολιτευµάτων, ή άλλως, του τρόπου οργάνωσης και άσκησης της κρατικής εξουσίας. Ή, κατ’ αναλογία, τρία µόνο πολιτεύµατα µε τις τρεις εκφυλιστικές τους διαστάσεις. Συγκεκριµένα ο Αριστοτέλης διέκρινε i) τη βασιλεία, στην οποία η εξουσία ασκείται από έναν (τον άριστο) µε σκοπό το καλό της πόλης και των πολιτών. Η βασιλεία παρεκτρέπεται όταν εκφυλίζεται σε τυραννία, όταν ο ένας ασκεί την εξουσία ιδιοτελώς προς ίδιον όφελος. ∆εύτερο «ορθό» πολίτευµα είναι η αριστοκρατία, όταν η εξουσία ασκείται από λίγους και αρίστους, που διακρίνονται για την αρετή και την παιδεία τους, µε γνώµονα το κοινό καλό.

Η αριστοκρατία εκφυλίζεται σε ολιγαρχία, όταν οι λίγοι, συνήθως οι πλούσιοι, κυβερνούν προστατεύοντας τα δικά τους πλούτη και προνόµια. Το καλύτερο, κατά τον Αριστοτέλη, πολίτευµα είναι η πολιτεία, όταν δηλαδή η εξουσία ασκείται από τους πολλούς, την πλειονότητα των πολιτών, µε γνώµονα το δηµόσιο συµφέρον. Είναι ενδιαφέρον ότι, κατά τον Αριστοτέλη, η πολιτεία εκτρέπεται σε δηµοκρατία, όταν οι πολλοί κυβερνούν εξυπηρετώντας µόνο το συµφέρον της δικής τους τάξης, αδιαφορώντας για το κοινό καλό.

Συνεχεια αναγνωσης

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι τα ίδια πολιτεύµατα, οι ίδιοι τρόποι άσκησης της κρατικής εξουσίας, µε διάφορες εκφάνσεις και παραλλαγές, επικρατούν δυόµισι χιλιετίες τώρα σε όλα τα κράτη ανά την υφήλιο, υφιστάµενα ή πλέον ανύπαρκτα. Οµολογουµένως, δύσκολα θα βρεθούν παραδείγµατα ορθών πρακτικών άσκησης της κρατικής εξουσίας κατά τα Αριστοτέλεια πρότυπα της βασιλείας ή της αριστοκρατίας. Αν πιστέψουµε τον σπουδαίο Βυζαντινολόγο Στίβεν Ράνσιµαν, µοντέλα ορθής «βασιλείας» εφαρµόστηκαν στο Βυζάντιο, δεδοµένου ότι, κατά τον Ράνσιµαν, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες (µε λίγες µόνο εξαιρέσεις) διακατέχονταν από ειλικρινή και βαθιά ευσέβεια, και λειτουργούσαν προς όφελος του πληθυσµού της αυτοκρατορίας. Στον αντίποδα, ουκ έστιν αριθµός των τυραννιών και ολιγαρχιών, µε τρανταχτότερα των παραδειγµάτων τα θεοκρατικά καθεστώτα, τα ακραία αφρικανικά παραδείγµατα, τις «δηµοκρατίες της µπανάνας (banana republics)», κ.ά. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι πράγµατι δυσδιάκριτες οι διαφορές µεταξύ της Αριστοτέλειας τυραννίας και ολιγαρχίας.

Θεωρείται πλέον αξιωµατικά αυταπόδεικτο ότι το καλύτερο πολίτευµα, το βέλτιστο µοντέλο οργάνωσης του κράτους και άσκησης της απορρέουσας εξουσίας, είναι η «δηµοκρατία δυτικού τύπου», την οποία ως όρο οφείλουµε να διακρίνουµε από την Αριστοτέλεια προσέγγιση. «Η δηµοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευµα, µε εξαίρεση όλα τα άλλα», έλεγε ο Τσώρτσιλ στη Βουλή των κοινοτήτων, αναφερόµενος στη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δηµοκρατία, η οποία λειτουργεί µε συνταγµατικούς περιορισµούς, προστασία των µειονοτήτων, ανοχή της διαφορετικότητας και θεσµικά «αντίβαρα». Αυτά τα στοιχεία ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα µε τα χαρακτηριστικά που ο Αριστοτέλης απέδιδε στην «Πολιτεία». Αυτή η δηµοκρατία, σε όλες τις εκφάνσεις της, Προεδρευόµενη, Προεδρική, Ηµιπροεδρική, ή της εξαιρετικά σπάνιας Κυβερνώσας Βουλής, αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτική και ιδιαίτερα προσαρµοστική, τουλάχιστον στις χώρες του δυτικού κόσµου. Η επικράτησή της ως µοντέλου διακυβέρνησης προϋπέθετε την κατίσχυση της έννοιας του σύγχρονου εθνικού κράτους, που επικράτησε από τα µέσα του 17ου αιώνα, διαθέτοντας τρία ουσιώδη χαρακτηριστικά: i) εδαφική επικράτεια, ii) συγκεκριµένο πληθυσµό και iii) κυριαρχία που ασκείται χωρίς εξωτερικές παρεµβάσεις.

Η δηµοκρατία ενσωµατώνει αναρίθµητα, συγκριτικά µε άλλα πολιτεύµατα, χαρακτηριστικά δηλωτικά της ηθικής της υπεροχής. Η ελευθερία της επιλογής, η δυνατότητα αναθεώρησης της πρότερης επιλογής από τον φορέα της εξουσίας, τον λαό, η απροϋπόθετη άσκηση του δικαιώµατος ψήφου, είναι ορισµένα από τα χαρακτηριστικά αυτά. Το σηµαντικότερο, όµως, όλων είναι η ανοχή της δηµοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της, όλους όσοι επιθυµούν να την καταστρέψουν, τους οποίους εγκολπώνει και αντιµετωπίζει µη φοβικά, πράγµα αδιανόητο σε απολυταρχικά καθεστώτα. Κι όµως, στον σύγχρονο κόσµο µόνο το 7% του παγκόσµιου πληθυσµού ζει υπό καθεστώς πλήρους δηµοκρατίας, κυρίως στην Ευρώπη, ενώ το 55% ζει σε χώρες µε αυταρχικά καθεστώτα ή κατ’ επίφαση δηµοκρατικά. Στον κατάλογο των χωρών που προσδιορίζονται ως πλήρεις δηµοκρατίες συµπεριλαµβάνεται και η Ελλάδα.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες και υπό το εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον που έχει διαµορφωθεί σε παγκόσµια κλίµακα στον παρόντα χρόνο, ευλόγως αναδύεται το διαχρονικό ερώτηµα: «κινδυνεύει η δηµοκρατία;» µε βασική αναφορά στις ευρωπαϊκές δηµοκρατίες και στο αξιοζήλευτο, για την πλειονότητα των λαών της υφηλίου, περιβάλλον που αυτές δηµιούργησαν για τους πολίτες τους. Η προσφυγή στις κάλπες δεν είναι ικανή συνθήκη για την εµπέδωση της δηµοκρατίας, όπως ατράνταχτα καταδεικνύεται από πληθώρα σύγχρονων παραδειγµάτων, µε κυρίαρχο αυτό της Ρωσίας, που φιγουράρει σε ιδιαίτερα εµφανή θέση στον κατάλογο των αυταρχικών καθεστώτων.

Η ιστορική εµπειρία έχει αποδείξει ότι πολλές φορές «τα κάστρα πέφτουν από µέσα» και σε συσχέτιση µε αυτήν την πεποίθηση, ο µεγάλος Μάνος Χατζιδάκις πίστευε ότι την ποιότητα της δηµόσιας ζωής και της δηµοκρατίας υπονοµεύουν τα δύο άκρα, του «λαϊκισµού» και του «ελιτισµού». Η εχθροπάθεια, η τοξικότητα, η εµµονική αναζήτηση εσωτερικών εχθρών, ο λαϊκίστικος διαχωρισµός σε ηθικούς και ανήθικους, σε δικούς µας και σε άλλους, η κυριαρχία συνθηµάτων στο δηµόσιο λόγο, η εκούσια µεταλλαγή της εύλογης και απαραίτητης για τη δηµοκρατία κριτικής σε καταγγελτικό και άκριτα κατηγορητικό λόγο, η στοχοποίηση προσώπων, οµάδων ή τµηµάτων του πληθυσµού ως υπαιτίων πάσης φύσης δεινών, δεν έχουν θέση σε εύρυθµες δηµοκρατίες.

Το πολίτευµα της δηµοκρατίας είναι το περιπλοκότερο και το δυσκολότερο όλων, γι’ αυτό και απαιτεί ωριµότητα υπό την ευρεία έννοια, στην οποία συµβάλλει και η παίδευση των πολιτών, αλλά κατ’ ελάχιστον απαιτεί την ωριµότητα της πλειοψηφίας.

Βασίλης Βασδέκης

Πρύτανης Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η επίδραση
τoυ Δημογραφικού
στα Πανεπιστήμια

Aπό το 1980, η Ελλάδα έχει υποστεί έναν µεγάλο δηµογραφικό µετασχηµατισµό, ίσως έναν από τους µεγαλύτερους στην Ευρώπη. Η αλλαγή αυτή οφείλεται στη µείωση των γεννήσεων, την επακόλουθη γήρανση του πληθυσµού και τη µετανάστευση κατά τη διάρκεια της τελευταίας οικονοµικής κρίσης. Αυτό που µας ενδιαφέρει σε αυτό το σχόλιο είναι η µείωση των γεννήσεων και η επίδρασή της στη µελλοντική λειτουργία των Πανεπιστηµίων.

Κοιτάζοντας δεδοµένα γεννήσεων από την ΕΛΣΤΑΤ µπορεί κάποιος να παρατηρήσει την αλλαγή. Το σηµείο καµπής ήταν η δεκαετία του 1980, όπου οι γεννήσεις άρχισαν να µειώνονται απότοµα. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν πτώση του αριθµού των γεννήσεων άνω του 30% εκείνη τη δεκαετία. Αυτό σηµατοδότησε την αρχή µιας επόµενης µακροχρόνιας πτώσης, στην οποία οι γεννήσεις από 148.000 το 1980 έπεσαν το 2000 στις 103.000, ανέκαµψαν για λίγο το 2008 στις 118.000, έπεσαν το 2013 κάτω από 100.000 και σχεδόν κατέρρευσαν στις 68.000 το 2024.

Αυτή η δηµογραφική κατάρρευση έχει µια καθυστερηµένη αλλά ισχυρή επίδραση στα Πανεπιστήµια. Επειδή συνήθως οι φοιτητές εισέρχονται στην ανώτατη εκπαίδευση περίπου στα 18 τους χρόνια, η µείωση των γεννήσεων από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να επηρεάζει τη συµµετοχή στις εξετάσεις για τα Πανεπιστήµια και τις εγγραφές από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και µετά. Κατά τη δεκαετία του 2000, τα Πανεπιστήµια εξακολουθούσαν να εκπαιδεύουν τις σχετικά µεγάλες, σε µέγεθος, γενιές που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980, διατηρώντας ένα µοντέλο µαζικής συµµετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση. Θα πρέπει να θυµόµαστε ότι εκείνη την εποχή η επέκταση των πανεπιστηµίων ήταν βασικός στόχος της πολιτικής των κυβερνήσεων.

Συνεχεια αναγνωσης

Υποστηρίζω ωστόσο ότι εκείνη η φάση της επέκτασης έχει τελειώσει. Καθώς οι µικρότερες, σε µέγεθος, γενιές που γεννήθηκαν µετά το 2000 φτάνουν σε ηλικία εισαγωγής στο Πανεπιστήµιο, ο αριθµός των φοιτητών που συµµετέχουν στις εξετάσεις για την ανώτατη εκπαίδευση µειώνεται πολύ, από τις 110.000 ετησίως τη δεκαετία του 2000 σε περίπου 70.000 σήµερα. Θα πρέπει να θυµίσω πως αυτή τη στιγµή η γενιά που συµµετέχει στις εξετάσεις είναι αυτή που γεννήθηκε τη χρονιά 2008, οι γεννήσεις της οποίας είχαν ανακάµψει! Τα επόµενα χρόνια τα µεγέθη δε θα είναι µεγαλύτερα. Είναι φανερό πως ένα σύστηµα που σχεδιάστηκε για την εκπαίδευση µεγαλύτερων, σε µέγεθος, γενιών προσπαθεί να εξυπηρετεί ένα διαρκώς συρρικνούµενο φοιτητικό πληθυσµό.

Οι συνέπειες έχουν αρχίσει να φαίνονται. Τα Πανεπιστήµια, ιδιαίτερα εκτός των µεγάλων αστικών κέντρων, δυσκολεύονται να προσελκύσουν επαρκή αριθµό φοιτητών. Τµήµατα µε χαµηλότερη ζήτηση -ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήµες- παρατηρούν µείωση των εγγραφών. Μοιραία λοιπόν, το σύστηµα πρέπει να αρχίσει να γίνεται τουλάχιστον περισσότερο αποδοτικό. Στα πλαίσια αυτά θα µπορούσε να ενταχθεί και η διαγραφή περίπου 300.000 ανενεργών φοιτητών και η αυστηροποίηση του συγκεκριµένου πλαισίου.

Κοιτάζοντας µπροστά στα χρόνια που έρχονται, επιτρέψτε µου να πω πως οι τάσεις αυτές υποδεικνύουν µια αρκετά σαφή πορεία για τα ελληνικά Πανεπιστήµια. Το πρώτο που θα περίµενε κάποιος είναι ότι η συρρίκνωση θα είναι αναπόφευκτη. Με λιγότερους φοιτητές να συµµετέχουν στις εξετάσεις και να εισέρχονται κάθε χρόνο στο σύστηµα, τα Πανεπιστήµια θα χρειαστεί να µειώσουν τη χωρητικότητά τους. Αυτό θεωρώ ότι είναι πιθανό να οδηγήσει σε συγχωνεύσεις, ιδιαίτερα πεδίων µε χαµηλή ζήτηση.

Η γνώµη µου είναι ότι αυτή η συγχώνευση των πεδίων θα µπορούσε να φέρει δύο µετατοπίσεις στο ακαδηµαϊκό σύστηµα. Η πρώτη ειπώθηκε ήδη: πεδία µε µεγαλύτερη ζήτηση στην αγορά εργασίας -όπως η µηχανική, η πληροφορική, η επιστήµη των δεδοµένων, η διοίκηση, η επιχειρηµατικότητα- είναι πολύ πιθανό να αναπτυχθούν, ενώ άλλα παραδοσιακότερα πεδία των ανθρωπιστικών επιστηµών ενδέχεται να συρρικνωθούν. Η αλλαγή αυτή ωστόσο παρουσιάζει µια ευκαιρία για µια δεύτερη µετατόπιση. Η δηµιουργία νέων συνδυαστικών πεδίων που θα προκύπτουν από τη συνεργασία διαφορετικών Τµηµάτων εντός ενός πανεπιστηµιακού ιδρύµατος, θα παρουσίαζε µια σειρά από πλεονεκτήµατα, όπως πληρέστερη εκπαίδευση ή απόκτηση πολλών ήπιων δεξιοτήτων. Για παράδειγµα, ένα συνδυαστικό πτυχίο στην Τεχνητή Νοηµοσύνη και τις ανθρωπιστικές σπουδές θα αναδείκνυε όχι µόνο την τεχνολογική ανάπτυξη αλλά και την επίδρασή της στην ανθρώπινη σκέψη ή συµπεριφορά. Ένα τέτοιο πτυχίο θα έφερνε στην αγορά µια νέα γενιά αποφοίτων όχι µόνο τεχνολογικά καταρτισµένων αλλά και κοινωνικά συνειδητοποιηµένων.

Μια άλλη συνέπεια της δηµογραφικής αυτής τάσης είναι ότι η διεθνοποίηση των Πανεπιστηµιακών Ιδρυµάτων θα καταστεί απαραίτητη. Για να αντισταθµίσουν τη µειούµενη εγχώρια ζήτηση, αλλά και για να αυξήσουν τα έσοδά τους, τα ελληνικά Πανεπιστήµια θα επιδιώξουν ολοένα και περισσότερο να προσελκύσουν ξένους φοιτητές µέσω αγγλόφωνων προγραµµάτων σπουδών και διεθνών συνεργασιών. Η στροφή αυτή έχει ξεκινήσει, αλλά θα επιταχυνθεί καθώς θα εντείνονται οι δηµογραφικές πιέσεις.

Εννοείται ότι σε ένα αναγκαστικά µικρό σηµείωµα όπως είναι αυτό δεν θα µπορούσαµε να παραθέσουµε, και ίσως να προβλέψουµε, όλες τις συνέπειες της δηµογραφικής αλλαγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα. Είναι όµως σαφές, ότι η δηµογραφική συρρίκνωση της χώρας δεν αποτελεί µια προσωρινή πρόκληση αλλά µια δύναµη που θα µεταµορφώσει τα Πανεπιστηµιακά Ιδρύµατα στο άµεσο µέλλον. ∆εν έχουµε παρά να προετοιµαστούµε να το αντιµετωπίσουµε!

Κυριάκος Αναστασιάδης

Πρύτανης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η γνώση
ως εθνική επένδυση

Στον 21ο αιώνα η ισχύς των κοινωνιών δεν καθορίζεται πλέον µόνο από την οικονοµία, τη γεωγραφία ή τους φυσικούς πόρους. Καθορίζεται κυρίως από τη γνώση. Οι κοινωνίες που θα πρωταγωνιστήσουν τις επόµενες δεκαετίες είναι εκείνες που θα µπορέσουν να οργανώσουν αποτελεσµατικά το ανθρώπινο κεφάλαιό τους: την εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτοµία και τη δηµιουργικότητα των ανθρώπων τους. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, το Πανεπιστήµιο αποκτά έναν ρόλο πολύ ευρύτερο από αυτόν που παραδοσιακά του αποδίδαµε. ∆εν είναι απλώς ένας θεσµός εκπαίδευσης. Είναι µια κρίσιµη εθνική υποδοµή. Είναι ο χώρος όπου παράγεται επιστήµη, αλλά κυρίως όπου διαµορφώνονται οι άνθρωποι που θα καθορίσουν την πορεία της κοινωνίας και της οικονοµίας στις επόµενες δεκαετίες.

 Ελλάδα διαθέτει ένα σηµαντικό συγκριτικό πλεονέκτηµα: ένα ισχυρό δηµόσιο πανεπιστηµιακό σύστηµα, µε υψηλού επιπέδου επιστηµονικό δυναµικό και αξιόλογη διεθνή παρουσία στην έρευνα µέσα από ερευνητικά προγράµµατα, διεθνείς συνεργασίες και την καθηµερινή εργασία χιλιάδων επιστηµόνων. Το κρίσιµο ερώτηµα είναι πώς οργανώνουµε ένα σύστηµα που να µετατρέπει τη γνώση αυτή σε δύναµη για την κοινωνία και την οικονοµία.

Η µεγάλη πρόκληση για τη χώρα είναι να δηµιουργήσει µια ουσιαστική σύνδεση ανάµεσα σε τρεις βασικούς πυλώνες: την εκπαίδευση, την έρευνα και την παραγωγή. Όσο αυτά τα τρία πεδία λειτουργούν αποσπασµατικά, το ανθρώπινο δυναµικό της χώρας δεν αξιοποιείται πλήρως. Όταν όµως λειτουργούν ως ένα ενιαίο οικοσύστηµα, τότε η γνώση µετατρέπεται σε καινοτοµία, η επιστήµη σε ανάπτυξη και το ανθρώπινο κεφάλαιο σε πραγµατικό εθνικό πλούτο.

Συνεχεια αναγνωσης

Την ίδια στιγµή, η ανώτατη εκπαίδευση βρίσκεται διεθνώς µπροστά σε βαθιές µεταβολές. Η δηµογραφική συρρίκνωση, η παγκόσµια κινητικότητα των φοιτητών και των επιστηµόνων, καθώς και η τεχνολογική επανάσταση της τεχνητής νοηµοσύνης µετασχηµατίζουν τον τρόπο µε τον οποίο παράγεται και µεταδίδεται η γνώση και η έρευνα.

Aπέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η Ελλάδα δεν µπορεί να λειτουργήσει αµυντικά. Χρειάζεται µια στρατηγική εξωστρέφειας. Η διεθνοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναπτυξιακή επιλογή. Τα Πανεπιστήµια µπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες γνώσης, συνεργασίας και πολιτισµού µε την κοινωνία σε ολόκληρο τον κόσµο, ενισχύοντας ταυτόχρονα την οικονοµία και τη διεθνή παρουσία της χώρας. Στο ίδιο πλαίσιο, η κινητικότητα των επιστηµόνων δεν πρέπει να αντιµετωπίζεται αποκλειστικά ως απώλεια. Όταν οργανώνεται σωστά, µετατρέπεται σε αυτό που ονοµάζουµε brain circulation: γνώση που φεύγει ελεγχόµενα, εµπλουτίζεται σε βάθος και πλάτος και επιστρέφει στοχευµένα. Η πραγµατική πρόκληση για τη χώρα είναι να δηµιουργήσει συνθήκες που θα επιτρέπουν στους νέους επιστήµονες να επιστρέφουν, να συνεργάζονται και να δηµιουργούν εδώ.

Παράλληλα, η ποιότητα, η αξιολόγηση και η αριστεία παραµένουν θεµελιώδεις προϋποθέσεις για την πρόοδο. Καµία κοινωνία δεν προχώρησε προστατεύοντας τη µετριότητα. Η πραγµατική ισότητα δεν είναι η ισοπέδωση των προσδοκιών, αλλά η δυνατότητα κάθε νέου ανθρώπου να αναπτύξει πλήρως τις δυνατότητές του.

Συµπερασµατικά, η γνώση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η σηµαντικότερη επένδυση που µπορεί να κάνει µια κοινωνία στο µέλλον της. Γιατί, στο τέλος, η πραγµατική δύναµη µιας χώρας δεν βρίσκεται µόνο στους θεσµούς ή στους πόρους της. Βρίσκεται στους ανθρώπους της, στη γνώση που παράγουν, στη σκέψη που καλλιεργούν και στη δυνατότητά τους να µετατρέπουν την επιστήµη σε πρόοδο για ολόκληρη την κοινωνία. Έτσι, η ουσιαστική εκπαίδευση οδηγεί στην πραγµατική γνώση και η γνώση στην παιδεία, η οποία αποτελεί το θεµέλιο µιας βιώσιµης κοινωνίας.

Χριστίνα Κουλούρη

Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας
Πρύτανις Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Πόλεμος και ειρήνη

Τα θέµατα που µοιάζουν να µονοπωλούν το ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια περιστρέφονται γύρω από την τεχνητή νοηµοσύνη και τις απρόβλεπτες, δραµατικές και ίσως και ανεξέλεγκτες επιπτώσεις της σε όλους τους τοµείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αν ωστόσο η τεχνητή νοηµοσύνη είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόµενο, υπάρχουν άλλα θέµατα που εµφανίζουν αξιοσηµείωτη διάρκεια και επαναληπτικότητα. Οι εικόνες που µας κατακλύζουν εδώ και πολλά χρόνια από τα πολεµικά µέτωπα που πολλαπλασιάζονται αντί να κλείνουν, παρά τις ποµπώδεις διακηρύξεις ηγετών που διεκδικούν το Νόµπελ Ειρήνης, επιβεβαιώνουν οδυνηρά τη διαχρονικότητα της βίας. Πόλεµοι, σφαγές, εθνοκαθάρσεις, προσφυγιά εξακολουθούν να συµβαίνουν παντού στον κόσµο, ενώ η οικιακή έµφυλη και διαπροσωπική βία, το bullying και οι φόνοι είναι κάθε µέρα στην επικαιρότητα, συχνά µε ηδονοβλεπτικό τρόπο. Η οπτικοποίηση της βίας, η αναπαραγωγή της µε ψηφιακά µέσα, οδηγεί στην κοινωνική της κανονικοποίηση, στο να θεωρείται τετριµµένη και εντέλει φυσική.

Ο πόλεµος είναι βεβαίως αναπόσπαστο µέρος της ανθρώπινης ιστορίας, όπως και η βία στις ποικίλες µορφές της, και οργανώνει την ιστορική αφήγηση τουλάχιστον της σύγχρονης ιστορίας. Ακόµη και οι περίοδοι ειρήνης χαρακτηρίζονται µε τον όρο «πόλεµος»: Μεσοπόλεµος, Ψυχρός Πόλεµος, Μεταπολεµική εποχή. Οι άνθρωποι, πάντα αισιόδοξοι - και οι ηγέτες ακόµη περισσότερο-, πιστεύουν ότι κάθε πόλεµος θα είναι ο τελευταίος.

Συνεχεια αναγνωσης

Οι «υπνοβάτες» του Α' Παγκοσµίου Πολέµου επιθυµούσαν αµέριµνοι τον πόλεµο θεωρώντας ότι θα ήταν «ο πόλεµος που θα τελείωνε όλους τους πολέµους». Εκείνων την κληρονοµιά στη Μέση Ανατολή διαχειριζόµαστε ακόµη και σήµερα. Αλλά και τη βαριά ηθική κληρονοµιά του Β' Παγκοσµίου Πολέµου και του Ολοκαυτώµατος. Πάνω στις µνήµες αυτές ριζώνουν φανατισµοί και µίση, σε ένα ατελείωτο παρόν που δεν φαίνεται να οδηγεί σε κάποιο µέλλον συµφιλίωσης. Πράγµατι, οι τραυµατικές µνήµες της παρελθούσας βίας µπορούν να γεννήσουν νέες συγκρούσεις όταν οι κοινωνίες αποτυγχάνουν να φτάσουν σε συµφιλίωση ή όταν εκείνοι που ήταν εχθροί στο παρελθόν δεν έχουν διαχειριστεί το κοινό τραυµατικό τους παρελθόν.

Η µεγάλη πρόκληση λοιπόν είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης σε µετα-συγκρουσιακά περιβάλλοντα, σε κοινωνίες που έχουν βιώσει εθνοτική ή θρησκευτική βία. Αναπαράγει το σχολείο το µίσος, προετοιµάζοντας τον επόµενο πόλεµο; 'Η, αντίθετα, µπορεί η εκπαίδευση να λειτουργήσει θεραπευτικά για το τραύµα και να συµβάλει στη συµφιλίωση µε τον «εχθρό»; Τα διλήµµατα αυτά δεν είναι βεβαίως καινούρια. Ακολουθούν το τέλος κάθε πολέµου, όταν όσοι έζησαν τη φρίκη του και είδαν το αποτρόπαιο πρόσωπό του, αναζητώντας τις αιτίες φτάνουν στα σχολικά βιβλία, στο µάθηµα στην τάξη, όταν ο δάσκαλος/η δασκάλα µιλά µε ενθουσιασµό για τις νίκες του έθνους ή µε ιερή φλόγα για τα δεινά που οι «άλλοι» έχουν προκαλέσει. Εκεί λοιπόν, µέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, οι αναλυτές των συγκρούσεων θεωρούν ότι ριζώνει ο σπόρος που καρπίζει πόλεµο και εκεί θα πρέπει να γίνει η παρέµβαση για την πρόληψη της σύγκρουσης. Πρόκειται για τη λεγόµενη παιδαγωγική της ειρήνης, η οποία αναπτύσσεται παράλληλα µε τις διαδικασίες κοινωνικής και οικονοµικής ανοικοδόµησης µετά τον πόλεµο.

Εντούτοις, είναι προφανές ότι τα θύµατα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συγχωρήσουν και οι θύτες κάνουν ό,τι µπορούν για να εξαφανίσουν τα τεκµήρια της δράσης τους. Η ευθύνη των ιστορικών απέναντι σε αυτό το δύσκολο και ευαίσθητο παρελθόν είναι µεγάλη. Να αποσιωπήσουν τις σκοτεινές πλευρές του παρελθόντος και να κατευνάσουν τις οδυνηρές µνήµες µε στόχο τη συµφιλίωση ανάµεσα σε αντίπαλες αφηγήσεις; Να δώσουν έµφαση στις κοινές ιστορικές εµπειρίες δύο εθνών ώστε να υποβαθµιστεί η εικόνα της αέναης και «µοιραίας» σύγκρουσης; Πώς θα πραγµατευτούν τη σχέση θύτη-θύµατος και πώς θα προσφέρουν ανακούφιση στα θύµατα; Είναι η ιδεολογική «ουδετερότητα» (η λεγόµενη αφήγηση «των ίσων αποστάσεων») ένα πρόσχηµα ώστε να µεταµφιεστεί η άποψη των θυτών σε δηµοκρατική πολυφωνία;

Ανεξάρτητα από τις επιλογές στα παραπάνω διλήµµατα πάντως, η αναγκαιότητα της παιδαγωγικής παρέµβασης είναι διαρκής και δεν εξαρτάται από τις πολεµικές συγκρούσεις στο παρόν. Η οικοδόµηση της ειρήνης δεν µπορεί να έπεται της σύγκρουσης αλλά να προηγείται και, ει δυνατόν, να την προλαµβάνει. Αυτό εξασφαλίζεται µέσω πολιτισµικών και ιστορικών αφηγήσεων που δεν νοµιµοποιούν τη βία εναντίον του «άλλου» ή του «εχθρού» δαιµονοποιώντας ή απανθρωπίζοντάς τον, αλλά, αντιθέτως, ενσωµατώνουν την ανοχή της διαφορετικότητας, καλλιεργώντας τις αξίες της ισότητας και της δηµοκρατίας.

Μιχάλης Σφακιανάκης

Πρύτανης Πανεπιστημίου Πειραιώς
Πρόεδρος Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία

Η Παιδεία στην εποχή
της Τεχνητής Νοημοσύνης

Η δηµόσια συζήτηση για την τεχνητή νοηµοσύνη τείνει, κατά κύριο λόγο, να είναι τεχνολογική: επικεντρώνεται σε αλγορίθµους, δεδοµένα, υπολογιστική ισχύ και νέες εφαρµογές. Η συζήτηση αυτή είναι αναγκαία και απολύτως εύλογη. ∆εν αρκεί, όµως, από µόνη της. Πίσω από κάθε µεγάλη τεχνολογική µετάβαση αναδύεται και ένα βαθύτερο παιδαγωγικό ερώτηµα - και η Τ.Ν. το θέτει σήµερα µε ιδιαίτερη καθαρότητα: ποιες ανθρώπινες ικανότητες οφείλει µια κοινωνία να καλλιεργεί συστηµατικά, όταν όλο και περισσότερες µορφές νοητικής εργασίας -σύνθεση κειµένου, ανάλυση επιχειρηµάτων, αναγνώριση µοτίβων, διαγνωστική σκέψη- υποστηρίζονται πλέον από τη συνεργασία ανθρώπου και µηχανής;

∆ύσκολα µπορεί να αµφισβητηθεί ότι η Τ.Ν. αποτελεί ένα από τα σηµαντικότερα επιτεύγµατα της εποχής µας. Η ικανότητά της να επεξεργάζεται τεράστιο όγκο πληροφοριών, να αναγνωρίζει συσχετίσεις που δύσκολα διακρίνονται µε τα παραδοσιακά µέσα, να συνεισφέρει σε ιατρικές διαγνώσεις, σε επιστηµονικές ανακαλύψεις και σε µορφές καλλιτεχνικής δηµιουργίας, ανοίγει ορίζοντες που µέχρι πρόσφατα ανήκαν κυρίως στη φαντασία. Στην εκπαίδευση, οι δυνατότητές της είναι εξίσου ουσιώδεις. Μπορεί να συµβάλει στην εξατοµίκευση της µάθησης, σε βαθµό που η παραδοσιακή τάξη συχνά δυσκολεύεται να επιτύχει, προσαρµόζοντας τον ρυθµό, τα παραδείγµατα και την υποστήριξη στις πραγµατικές ανάγκες κάθε µαθητή. Μπορεί να περιορίσει διοικητικά βάρη για τον εκπαιδευτικό, ώστε περισσότερος χρόνος να επιστρέφει στην ίδια τη διδασκαλία και στη σχέση µε τους µαθητές.

Συνεχεια αναγνωσης

Μπορεί, επίσης, να διευρύνει την πρόσβαση στη γνώση για παιδιά που µέχρι σήµερα στερούνται πόρων ή υποστήριξης, συµβάλλοντας στη µείωση ανισοτήτων που η εκπαίδευση καλείται διαρκώς να αντισταθµίσει. Η εκπαίδευση που θα αξιοποιήσει δηµιουργικά την Τ.Ν. µπορεί να γίνει πλουσιότερη, πιο ευέλικτη και πιο κοντά στις ανάγκες κάθε µαθητή. Ακριβώς όµως επειδή τα οφέλη αυτά είναι σηµαντικά, η παιδαγωγική συζήτηση δεν µπορεί να περιοριστεί µόνο σε αυτά. Η Τ.Ν. δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο που ενισχύει την ανθρώπινη γνωστική ικανότητα. Υποστηρίζει, και σε ορισµένες περιπτώσεις αναλαµβάνει, συγκεκριµένες γνωστικές λειτουργίες που µέχρι πρόσφατα ασκούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τον άνθρωπο. Εδώ βρίσκεται η παιδαγωγικά κρίσιµη διάσταση: όταν µια λειτουργία παύει σταδιακά να ασκείται από τον άνθρωπο, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναµωθεί. Η παιδαγωγική απόκριση, εποµένως, δεν εξαντλείται στην ένταξη νέων εργαλείων στη διδασκαλία· αυτό είναι ζήτηµα εφαρµογής. Το βαθύτερο ζήτηµα είναι ο επαναπροσδιορισµός του τι σηµαίνει εκπαίδευση σε µια εποχή όπου πολλές γνωστικές λειτουργίες υποστηρίζονται πλέον από τεχνολογικά συστήµατα υψηλής ισχύος.

Από τη διάκριση αυτή προκύπτει ένας συγκεκριµένος παιδαγωγικός σκοπός: το σχολείο οφείλει να αναγνωρίζει κάθε µαθητή ως µοναδική πορεία διαµόρφωσης - όχι µόνο ως αποτέλεσµα εξέτασης ούτε ως µέσο όρο βαθµολογικών επιδόσεων. Όταν η εκπαιδευτική προσπάθεια ενός παιδιού γίνεται ορατή στη διάρκειά της -όταν αναγνωρίζονται οι ικανότητες που πραγµατικά αναπτύσσει και όχι µόνο οι βαθµοί που λαµβάνει σε συγκεκριµένες στιγµές αξιολόγησης-, η αναγνώριση αυτή λειτουργεί ως ουσιαστικό κίνητρο µάθησης. Η τεκµηρίωση αυτής της πορείας δεν είναι γραφειοκρατική υποχρέωση· µπορεί να αποτελέσει θεσµική πράξη παιδαγωγικής αναγνώρισης. Εδώ αναδεικνύεται και µια λειτουργία που η Τ.Ν. δεν µπορεί να υποκαταστήσει πλήρως: όχι επειδή της λείπει η υπολογιστική ισχύς, αλλά επειδή η παιδαγωγική αναγνώριση προϋποθέτει διάρκεια σχέσης, παρουσία, ερµηνεία και θεσµική ευθύνη. Ένα εκπαιδευτικό σύστηµα που οργανώνεται γύρω από την παρακολούθηση της πορείας -και όχι αποκλειστικά γύρω από τη µέτρηση της επίδοσης- µπορεί να αποτελέσει µία από τις πιο σύγχρονες και ανθρώπινες απαντήσεις στην εποχή της Τ.Ν.

Στο σηµείο αυτό αναδύεται µια αναγκαία διάκριση, την οποία η συζήτηση για τις «δεξιότητες του 21ου αιώνα» χρειάζεται να φωτίζει µε µεγαλύτερη ακρίβεια: η διαφορά µεταξύ γνωστικής απόδοσης και ικανότητας µε την πλήρη της σηµασία. Η γνωστική απόδοση -η ορθή εκτέλεση µιας λειτουργίας, η σωστή απάντηση σε ένα πρόβληµα- διδάσκεται, αξιολογείται και µπορεί, ως έναν βαθµό, να αναπαραχθεί από µηχανή. Η ικανότητα όµως, όπως την ορίζουν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά και διεθνή πλαίσια, δεν εξαντλείται στη γνωστική απόδοση: ενσωµατώνει γνώση, δεξιότητα και στάση. Η ουσιώδης της διάσταση -η στάση, το ήθος, ο χαρακτήρας- δεν διδάσκεται απλώς ως ύλη ούτε αξιολογείται µόνο ως επίδοση. Καλλιεργείται µέσα από την ίδια τη σχολική εµπειρία: µέσα από τις αξίες που ενσαρκώνει η σχολική κοινότητα, µέσα από τις σχέσεις σεβασµού και συνεργασίας που τη συγκροτούν, µέσα από τον τρόπο µε τον οποίο το σχολείο διαχειρίζεται τις διαφωνίες, τις συγκρούσεις και τις ευθύνες. .

Η ηθική κρίση υπό συνθήκες αβεβαιότητας, η ευθύνη απέναντι στον άλλον, η διάκριση του νοήµατος από το µοτίβο, η δηµοκρατική διάθεση συµµετοχής δεν είναι απλώς αντικείµενα µαθήµατος ούτε µόνο δείκτες αξιολόγησης. Είναι διαστάσεις ήθους που δοµούνται στη διάρκεια. Αν το σχολείο περιοριστεί στη διδασκαλία και στη µέτρηση µόνον εκείνων των πτυχών που η Τ.Ν. µπορεί εύκολα να αναπαράγει, κινδυνεύει να αποδυναµώσει τη βαθύτερη αποστολή του: τη διαµόρφωση χαρακτήρα, αξιών και υπεύθυνης κρίσης. Ο χαρακτήρας δοµείται από αυτό που το σχολείο είναι, όχι µόνο από αυτό που το σχολείο µετρά.

Υ πάρχει, τέλος, µια διάσταση που συχνά παραµένει υπόρρητη: ο ρόλος της Τ.Ν. στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς τεχνολογική εξέλιξη, αλλά και πολιτικό διακύβευµα. Αφορά το ποιος ορίζει τι θεωρείται γνώση, ποιος διαχειρίζεται τα δεδοµένα της µάθησης, ποιος αποφασίζει ποιες ικανότητες αξιολογούνται και ποιες παραµένουν λιγότερο ορατές. Σε αυτά τα ερωτήµατα οι κοινωνίες καλούνται να απαντήσουν συλλογικά, µέσα από δηµοκρατικές και θεσµικές διαδικασίες. ∆ιαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος ο ορισµός της γνώσης και της µάθησης να διαµορφώνεται κυρίως από όσους σχεδιάζουν τα εργαλεία και διαχειρίζονται τα δεδοµένα τους. .

Επιλογές τέτοιας εµβέλειας έχουν διάρκεια που υπερβαίνει κατά πολύ τη συγκυρία µέσα στην οποία λαµβάνονται. Αφορούν γενιές και απαιτούν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση - όχι ως απλή διαπραγµάτευση συµβιβασµών, αλλά ως κοινή αναγνώριση ότι η εκπαίδευση διαµορφώνει το είδος της κοινωνίας που θα παραδώσουµε στις νέες γενιές. Ο Εθνικός ∆ιάλογος για την Παιδεία αποτελεί τον θεσµικό χώρο όπου αυτή η συναίνεση µπορεί να αναζητηθεί µε όρους πολιτικής υπευθυνότητας: όχι απλώς ως αντίδραση στην τεχνολογική εξέλιξη, αλλά ως κοινή θέση για το είδος της παιδείας που µια δηµοκρατική κοινωνία χρειάζεται, και εποµένως για το είδος της κοινωνίας που η παιδεία αυτή καλείται να διαµορφώσει.

Νικηφόρος Διαμαντούρος

Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών

Ακαδημία Αθηνών:
Ένας αιώνας Ιστορίας,
η νέα εποχή των προκλήσεων

Οι θεσµοί αποτελούν τον πυρήνα της σταθερότητας κάθε οργανωµένης κοινωνίας, ενώ η εµπιστοσύνη προς αυτούς δεν είναι δεδοµένη· οικοδοµείται και δοκιµάζεται διαρκώς µέσα από συνέπεια, διαφάνεια και συµµετοχή.Στη σηµερινή συγκυρία, η ίδια η έννοια της διακυβέρνησης τίθεται υπό αµφισβήτηση, καθώς οι πολλαπλές και αλληλένδετες «πολυκρίσεις» (συρράξεις, κλιµατική αλλαγή/κατάρρευση, τεχνολογικές υπερβάσεις, γεωπολιτικές ανατροπές, παρερµηνείες δικαίου) αναδεικνύουν τα όρια των µετανεωτερικών µορφών εξουσίας.

Πλήθος πολιτικών στοχαστών υποδεικνύει εδώ και χρόνια την ανάγκη υπέρβασης των εθνικών κρατών και οντοτήτων, διά της δηµιουργίας δηµοκρατικών υπερεθνικών θεσµών σωρευτικού αποτελέσµατος (cumulative effect), µε στόχο να περιοριστούν τα προβλήµατα που υπάρχουν ή αναµένεται να εµφανιστούν, µε συντονισµένες δράσεις σε σηµαντικούς τοµείς, όπως η οικονοµία, η τεχνολογία και η βιοηθική, για µια πιο αυτόνοµη και σωστά οργανωµένη δηµόσια διακυβέρνηση. Παράλληλα, επισηµαίνεται ότι η απουσία διεθνούς ρύθµισης ενισχύει τις ανισότητες και υπονοµεύει τη δηµοκρατία, ενώ η αποτελεσµατικότητα των ίδιων των κρατών παραµένει κρίσιµη και καθοριστική για τη συνολική σταθερότητα του συστήµατος, δεδοµένης και της αδράνειας διεθνών οργανισµών, όπως ο ΟΗΕ, αλλά και της καθυστέρησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης λόγω, µεταξύ άλλων, της αµφισβήτησης κοινών αποφάσεων από κυβερνήσεις κρατών-µελών.

Συνεχεια αναγνωσης

Η Ακαδηµία Αθηνών, συµπληρώνοντας έναν αιώνα δραστηριότητας στηριγµένης στις επιταγές και προτεραιότητες του 20ού αιώνα, µε αξιόλογο ωστόσο αποτύπωµα, δεδοµένων των κατά περιόδους συνθηκών, εισέρχεται πλέον στη δυναµική της εξωστρέφειας, η οποία αποτελεί αναγκαία συνθήκη υπογράµµισης της ταυτότητάς της ως φορέα γνώσης και έρευνας, αλλά και ως παράγοντα σταθερής προοπτικής δοµών και αξιών, δηλαδή κοινωνικής συνοχής. Καθώς η ίδια αποτελεί θεσµό και, ως εκ τούτου, εντάσσεται στην τρέχουσα πραγµατικότητα, κρίνει πως η αποστολή της εθνικής διακυβέρνησης προβάλλει ως συνθήκη και προϋπόθεση για την εµπιστοσύνη των πολιτών και τη λειτουργία µιας πολιτικά υπεύθυνης παρουσίας στην ευρωπαϊκή και παγκόσµια συνεργασία και τη δηµοκρατική νοµιµοποίηση.

Ας το επαναλάβουµε: Η εµπιστοσύνη προς τους θεσµούς, ιδιαίτερα εκείνους που προσδιορίζουν τη δηµόσια διακυβέρνηση, οικοδοµείται και δοκιµάζεται διαρκώς εντός της ιστορικής ροής γεγονότων, τύχης και ανάγκης, µέσα από συνέπεια, διαφάνεια και διαρκή απολογισµό, εξασφαλίζοντας έτσι θετικές ή αρνητικές εµπειρίες, οι οποίες αποτελούν παράγοντες σχεδιασµών για το µέλλον. Ιστορικά, κάθε κρίση που έθεσε σε δοκιµασία τα όρια της κοινωνικής συνοχής ανέδειξε την καθοριστική σηµασία τέτοιων παραγόντων, υπενθυµίζοντας ότι, χωρίς ισχυρούς και λειτουργικούς θεσµούς κυβερνησιµότητας, η κοινωνία χάνει την ικανότητά της να διατηρήσει την ισορροπία της και την τάξη, να αντιµετωπίσει τις προκλήσεις και να προστατεύσει το κοινό συµφέρον.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη της Ακαδηµίας Αθηνών δεν µπορεί παρά να είναι ενεργή και ουσιαστική, για τον απλούστατο λόγο ότι η θεσµική της κατοχύρωση είναι καταστατικά προσδιορισµένη εντός της επιστηµονικής, ερευνητικής και πολιτιστικής, κρατικής και εθνικής στρατηγικής και πολιτικής. Χάρη στην εµπειρία ενός αιώνα µε θετικά, αλλά και ατελή διδάγµατα, η Ακαδηµία αναγνωρίζει ότι η επάρκεια καταγραφής και ανάλυσης των εξελίξεων νοηµατοδοτείται και αναγνωρίζεται διά της συµβολής, µε συνέπεια και νηφαλιότητα, στον δηµόσιο διάλογο, ενισχύοντας την κατανόηση και την εµπιστοσύνη των πολιτών και ενδυναµώνοντας την παρουσία της χώρας στο ευρωπαϊκό και παγκόσµιο περιβάλλον.

Με άλλα λόγια, η Ακαδηµία Αθηνών καλείται να λειτουργήσει ως φορέας γνώσης και ως γέφυρα επικοινωνίας ανάµεσα στην επιστηµονική σκέψη και την κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό καλείται να αναλαµβάνει πρωτοβουλίες που ενισχύουν την ενηµέρωση και προάγουν τον δηµόσιο προβληµατισµό µέσα από εκπαιδευτικές δράσεις, ανοικτές συζητήσεις και παρεµβάσεις σε κρίσιµα ζητήµατα. Η ενηµέρωση της κοινωνίας δεν αποτελεί αποκλειστική αρµοδιότητα της Ακαδηµίας· ωστόσο συνιστά έναν ουσιαστικό τοµέα στον οποίο µπορεί να συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο, αξιοποιώντας το κύρος και την επιστηµονική της συγκρότηση. Για την Ακαδηµία, η ποιότητα της γνώσης και της παιδείας επηρεάζει καθοριστικά τη δυνατότητα των πολιτών να συµµετέχουν ουσιαστικά στη δηµοκρατική ζωή και τη διακυβέρνηση. Υπό αυτή την έννοια, ως «παιδεία» νοείται η καλλιέργεια της κατανόησης των εξελίξεων και της κριτικής προσέγγισης των προοπτικών τους. Με αυτόν τον τρόπο, συνδέουµε τη συσσωρευµένη εµπειρία µε την πραγµατικότητα και τη θεωρία µε τη δηµόσια ευθύνη, προσδιορίζοντας τις παραµέτρους πάνω στις οποίες θεµελιώνονται, στο παρόν και στο µέλλον της δηµόσιας σφαίρας, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η συνέχεια της συλλογικής µας ταυτότητας.

Η επικαιροποίηση των θεσµών, η θεµελίωση και η στιβαρότητα της εµπιστοσύνης σε αυτούς δεν αποτελούν θεωρητική αναγκαιότητα: απαιτούν και δεν θα πάψουν να απαιτούν συγκεκριµένα πρακτικά βήµατα ανάδειξης και απόδειξης αρχών και αξιών σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσµιο επίπεδο. Η Ιστορία έχει επιβεβαιώσει πως οι πολίτες πολιτευµάτων όλων των δηµοκρατικών αποχρώσεων, συµµετέχουν ορθολογικά στη δηµόσια διακυβέρνηση µέσα από την επιλογή και υλοποίηση προτεραιοτήτων, την κοινωνική δράση και την υπεύθυνη άσκηση των δικαιωµάτων τους. Όσο για την επικαιροποίηση των θεσµών, αυτό σηµαίνει διαφάνεια, λογοδοσία και διαρκή προσαρµογή στις ανάγκες µιας πολυπλοκότερης και περισσότερο διασυνδεδεµένης κοινωνίας. Σε παγκόσµιο επίπεδο, η συνεργασία µεταξύ κρατών και η ενίσχυση δηµοκρατικά νοµιµοποιηµένων υπερεθνικών θεσµών είναι αναγκαία για να αντιµετωπιστούν οι κοινές προκλήσεις.

Πριν από έναν αιώνα, η Ακαδηµία ιδρύθηκε ως έκφραση πολιτικής διορατικότητας, µε τη συνείδηση ότι η γνώση, η θεσµική οργάνωση και το πνευµατικό κύρος αποτελούν θεµέλια διεθνούς παρουσίας και εθνικής αυτοπεποίθησης. Σήµερα, η Ακαδηµία οφείλει να παραµένει εξωστρεφής, ενεργή και παρούσα, ώστε η γνώση και το κύρος της να συµπορεύονται µε τις ανάγκες της εποχής και να ενισχύουν τη θέση της χώρας στον διεθνή πνευµατικό διάλογο. Σύµφωνα µε τον Καντ, το «σκέφτοµαι, άρα ενεργώ» γίνεται οδηγός για τη δράση. Η σκέψη δεν µπορεί να παραµένει θεωρητική, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από δηµόσια παρέµβαση και υπευθυνότητα. Παράλληλα, η γνώση αποκτά πλήρη αξία µόνο όταν συνδέεται µε τη συµµετοχή των πολιτών και τη διαµόρφωση ενός κοινού χώρου διαλόγου, όπου οι ιδέες γίνονται συλλογική δράση και υπεύθυνη διακυβέρνηση.

Ευάγγελος Βενιζέλος

Πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην Υπουργός Εξωτερικών,
Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας, πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ,
Ομότιμος Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ

Χωρίς βεβαιότητες
και αυτονόητα

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, για να εστιάσουµε σε αυτές που ξέρουµε και στις οποίες θέλουµε να ανήκουµε, βρίσκονται αντιµέτωπες µε την ταυτόχρονη αµφισβήτηση όλων των βεβαιοτήτων και των αυτονοήτων τους, δηλαδή µε τα στοιχεία εκείνα που βρίσκονται στο υπόβαθρο του λεγόµενου δυτικού πολιτισµού. Η ∆ύση ως ιστορική, πολιτιστική και γεωπολιτική οντότητα, βασισµένη στην ευρωατλαντική συνεργασία, νιώθει ότι η ίδια η ύπαρξή της και η ικανότητά της να αντιδρά µε ενιαίο τρόπο απέναντι στις µείζονες προκλήσεις, έχει τεθεί υπό ρητή αµφισβήτηση και µάλιστα εκ των έσω, µε πρωτοβουλία του Προέδρου των ΗΠΑ.

Η οργάνωση της διεθνούς κοινωνίας έχει ρευστοποιηθεί και τα αναλυτικά σχήµατα, µε τα οποία ερµηνευόταν η διεθνής κατάσταση, δεν ισχύουν. Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. δεν είναι καθόλου αυτονόητο πλέον ότι µοιράζονται την ίδια αντίληψη περί κινδύνου και εχθρού και πάντως οι ΗΠΑ καθορίζουν τη στάση τους απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία χωρίς ουσιώδη διαβούλευση µε τους Ευρωπαίους συµµάχους. Το ζήτηµα της ευρωπαϊκής ασφάλειας τίθεται µε όρους ριζικά διαφορετικούς από αυτούς που ίσχυαν επί 80 χρόνια, από το τέλος του Β' Π.Π. µέχρι το 2025. Από εκεί που η Ε.Ε. προετοίµαζε τη στρατηγική της αυτονοµία βρέθηκε αντιµέτωπη µε την αµερικανική απαίτηση να αναλάβει η Ευρώπη αµέσως το δηµοσιονοµικό βάρος πολύ µεγαλύτερων αµυντικών δαπανών, αλλά και το πολιτικό και κοινωνικό βάρος που συνεπάγεται η δραστήρια συµµετοχή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Συνεχεια αναγνωσης

Το σενάριο έστω µερικής αµερικανικής απόσυρσης από το ΝΑΤΟ προκαλεί προφανή αµηχανία στους Ευρωπαίους συµµάχους, που αν µη τι άλλο γνωρίζουν τη σηµασία της πυρηνικής αποτροπής και ξέρουν να µετρούν πυρηνικές κεφαλές. Η µεταπολεµική βεβαιότητα ότι ο πόλεµος έχει οριστικά εξοβελιστεί από τον ευρωπαϊκό χώρο, έχει ήδη κλονιστεί λόγω Ουκρανίας αλλά και λόγω εγγύτητας µε τη Μ. Ανατολή.

Η ίδια αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς την αξιακή και θεσµική «επικράτεια» της ∆ύσης που είναι η φιλελεύθερη δηµοκρατία, η συνύφανση αντιπροσωπευτικής δηµοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωµάτων και εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Είναι προφανές ότι καταγράφονται πλέον σοβαρές αποκλίσεις µεταξύ αµερικανικής και ευρωπαϊκής αντίληψης περί µαχόµενης και αυτοπροστατευόµενης δηµοκρατίας. Οι εξελίξεις αυτές θέτουν υπό αµφισβήτηση όλο το κεκτηµένο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους που ούτως ή άλλως βρίσκεται υπό την πίεση της δηµογραφικής κάµψης και της δηµοσιονοµικής ανθεκτικότητας. Αυτό µε τη σειρά του θέτει υπό αµφισβήτηση τους υφιστάµενους µηχανισµούς κοινωνικής συνοχής και συµπερίληψης σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες. Η αµφισβήτηση του µεταπολεµικού κοινωνικού κεκτηµένου επηρεάζει προφανώς τις εκλογικές συµπεριφορές και µετατρέπεται σε αµφισβήτηση της ανθεκτικότητας των πολιτικών συστηµάτων, µετατρέπεται δηλαδή σε κρίση πολιτικής συµµετοχής, αντιπροσώπευσης και νοµιµοποίησης.

Ολα αυτά εξελίσσονται µέσα στα συµφραζόµενα της κλιµατικής κρίσης που έχει παύσει να είναι το πρώτο θέµα συζήτησης γιατί αυτή τη θέση στην επικαιρότητα την καταλαµβάνουν οι εξελίξεις σε πολεµικά µέτωπα που ανοίγουν συνεχώς. Οι ενεργειακές και εφοδιαστικές ανάγκες και κυρίως οι βαθιές ενεργειακές ανισότητες και ασυµµετρίες (εις βάρος της Ε.Ε.) διαµορφώνουν τη δική τους πιεστική συγκυρία που ωθεί προς τα πίσω τον µακροπρόθεσµο σχεδιασµό, ο οποίος, ούτως ή άλλως, δύσκολα θα ήταν σχεδιασµός πλανητικού επιπέδου παρά την κραυγή αγωνίας που εξέπεµψε το ∆ιεθνές ∆ικαστήριο της Χάγης

Στο µεταξύ, στο πεδίο των νέων τεχνολογιών και ιδίως της Τεχνητής Νοηµοσύνης η Ευρώπη παρακολουθεί και επιχειρεί να ρυθµίσει νοµικά τεχνολογικές, χρηµατοοικονοµικές, πολιτικές και εντέλει ανθρωπολογικές εξελίξεις που καθοδηγούν και ελέγχουν αµερικανικές και κινεζικές εταιρείες και πίσω από αυτές τα δύο κράτη. ∆ιαµορφώνονται διεθνώς καταστάσεις µιας τεχνολογικής αποικιοκρατίας που µειώνουν ακόµη περισσότερο τα κατάλοιπα κυριαρχίας που διαθέτουν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα κράτη. Αυτή η συρροή προκλήσεων, αβεβαιοτήτων, ασυµµετριών και κινδύνων διαµορφώνει το σκηνικό µιας µεγάλης και διαρκούς κρίσης (mega - perma crisis) και επηρεάζει πανταχόθεν την Ε.Ε., τη συνοχή της και όλα τα κράτη-µέλη που βρίσκονται αντιµέτωπα µε το δίληµµα να προτάξουν την ευρωπαϊκή νοµιµοφροσύνη και αλληλεγγύη ή τις ανάγκες της εθνικής ασφάλειας, όπως το καθένα την αντιλαµβάνεται ιστορικά και γεωπολιτικά.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό τοποθετείται και η Ελλάδα, που αντιλαµβάνεται ότι οι επιµέρους ταυτότητές της (κράτος-µέλος της Ε.Ε., κράτος-µέλος του ΝΑΤΟ, στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ, στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ και πολλών αραβικών χωρών, από την Αίγυπτο µέχρι τα ΗΑΕ κ.λπ.) δεν αρκούν για να διαχειριστεί τις νέες προκλήσεις στις οποίες προστίθενται και όλες οι παλιές και κλασικές, αρχής γενοµένης από αυτές που αφορούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό. Οι γενικόλογες αναφορές δεν αρκούν και οι υπεκφυγές µπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια του momentum. Από την άλλη µεριά, η υπερβολική σαφήνεια και η βιασύνη µπορεί να εκθέσουν τη χώρα σε κινδύνους. Όταν λοιπόν βρισκόµαστε ενώπιον τέτοιας συρροής προκλήσεων, το σηµείο εκκίνησης πρέπει να είναι το ισχυρό εσωτερικό µέτωπο, η διαµόρφωση των προϋποθέσεων εθνικής συναίνεσης επιχειρησιακού χαρακτήρα, δηλαδή ικανής να κινητοποιήσει τις δηµιουργικές δυνάµεις του τόπου που ασφυκτιούν όταν προβάλλεται η αυτάρεσκη και ατελέσφορη ταυτόχρονα θέση ότι υπάρχει µόνο µία λύση, αυτή που καταφανώς δεν µπορεί πλέον.

Γιάννης Στουρνάρας

Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος

Η φύση
ως παράγοντας κινδύνου
για την οικονομία

Η οικονοµία της ευρωζώνης εξαρτάται σηµαντικά από τη φύση και τις υπηρεσίες οικοσυστήµατος που αυτή παρέχει. Έρευνες της ΕΚΤ έχουν δείξει ότι περίπου 72% των µη χρηµατοπιστωτικών επιχειρήσεων της ζώνης του ευρώ εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τουλάχιστον µία υπηρεσία οικοσυστήµατος. Οι ίδιες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν τα 3/4 του συνόλου του εταιρικού τραπεζικού δανεισµού στην ευρωζώνη. Ωστόσο, η φύση απειλείται όλο και περισσότερο από ανθρωπογενείς παράγοντες που προκαλούν την υποβάθµισή της και µειώνουν την ικανότητά της να στηρίζει επαρκώς τις ανθρώπινες δραστηριότητες, δηµιουργώντας, µεταξύ άλλων, κινδύνους για τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα και την οικονοµία.

Μάλιστα, σε σχετική µελέτη της, η ΕΚΤ, σε συνεργασία µε την ακαδηµαϊκή και ερευνητική κοινότητα, ανέπτυξε µεθοδολογία για την εκτίµηση του βαθµού εξάρτησης των οικονοµιών της ευρωζώνης από τις υπηρεσίες που παρέχει η φύση. Η µεθοδολογία ορίζει έναν δείκτη που ονοµάζεται Nature Value-at-Risk (NVaR) και αποτυπώνει για τις χώρες της ευρωζώνης, ανά τοµέα της οικονοµίας, τον χρηµατοοικονοµικό κίνδυνο που προκύπτει από την υποβάθµιση και την απώλεια των υπηρεσιών που παρέχει η φύση. Ο δείκτης NVaR υπολογίζει το ποσοστό της αξίας της παραγωγής ενός τοµέα της οικονοµίας που ενδέχεται να είναι σε κίνδυνο, βάσει ακραίων (αλλά πιθανών) σεναρίων υποβάθµισης υπηρεσιών της φύσης. Η µεθοδολογία αυτή ανέδειξε τη λειψυδρία (επιφανειακών και υπόγειων υδάτων) σε συνδυασµό µε την υποβάθµιση της ποιότητας των υδάτων ως ουσιώδεις κινδύνους που σχετίζονται µε τη φύση και αποτελούν τη σοβαρότερη απειλή για την οικονοµία της ευρωζώνης, και ιδιαίτερα για τον τοµέα της γεωργίας.

Συνεχεια αναγνωσης

Η Ελλάδα εµφανίζει σηµαντική τρωτότητα εξαιτίας της έλλειψης επαρκών και ποιοτικών υδατικών πόρων. Η Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιµατικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος, σε σχετική µελέτη της, έχει αναδείξει τον κρίσιµο ρόλο των υδατικών πόρων, ειδικά για τη γεωργία, που είναι ο τοµέας µε τη µεγαλύτερη κατανάλωση. Σε συνθήκες κλιµατικής αλλαγής, οι υδατικοί πόροι υφίστανται πίεση, µεταξύ άλλων, λόγω της µείωσης των βροχοπτώσεων, της αύξησης των αναγκών άρδευσης, της µεγαλύτερης συγκέντρωσης ρύπων σε µικρότερο όγκο υδατικών πόρων και της υφαλµύρινσης του υδροφόρου ορίζοντα. Ο τοµέας της γεωργίας εκτιµάται ότι στα επόµενα έτη θα αντιµετωπίζει ολοένα µειούµενη απόδοση καλλιεργειών και αυξανόµενο κόστος άρδευσης, λόγω της έλλειψης επαρκούς, ποιοτικά και ποσοτικά, νερού.

Για την αντιµετώπιση των ανωτέρω προκλήσεων ασκούνται πολιτικές και γίνονται σηµαντικές δράσεις προσαρµογής και ενέργειες σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Ειδικότερα, η Ελλάδα εφαρµόζει την Οδηγία-Πλαίσιο της Ε.Ε. για τα Ύδατα και έχει προχωρήσει σε σηµαντικές ενέργειες για την ολοκληρωµένη και αξιόπιστη καταγραφή, αξιολόγηση και διαχείριση των υδατικών πόρων, µε στόχο τη σύγκλιση µεταξύ προσφοράς και ζήτησης υδατικών πόρων. Παράλληλα, εφαρµόζονται πολιτικές για τη διαχείριση των κινδύνων πληµµύρας, τη θαλάσσια προστασία και τη διαχείριση ξηρασίας και λειψυδρίας. Ιδιαίτερη έµφαση δίνεται και στην προστασία της ανθρώπινης υγείας µέσω προτύπων ποιότητας για το πόσιµο νερό, καθώς και στη µείωση της ρύπανσης από αστικά λύµατα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συµφωνίας. Επιπλέον, σε εξέλιξη βρίσκονται στοχευµένα επενδυτικά προγράµµατα, όπως το Ολοκληρωµένο Πρόγραµµα «Ύδωρ 2.0», µε σκοπό την επίλυση διαχρονικών προβληµάτων έλλειψης αρδευτικού νερού σε πολλές περιοχές της χώρας, τη βελτίωση της διαχείρισης των υδατικών πόρων, αλλά και την αποκατάσταση της ποιότητας των υπόγειων υδάτων.

Παράλληλα, υπάρχουν σηµαντικά περιθώρια για την εφαρµογή παρεµβάσεων, οικονοµικών πολιτικών και δράσεων προσαρµογής, όπως µεταξύ άλλων η θέσπιση κατάλληλης τιµολογιακής πολιτικής σύµφωνα µε τις αρχές ανάκτησης κόστους και η παροχή κινήτρων για την αποδοτική χρήση των υδατικών πόρων, την επαναχρησιµοποίηση επεξεργασµένων λυµάτων και την εφαρµογή νέων γεωργικών πρακτικών. Οι πρόσφατες ανακοινώσεις της κυβέρνησης σχετικά µε τις µελλοντικές παρεµβάσεις της για την αντιµετώπιση της εντεινόµενης λειψυδρίας στον πρωτογενή τοµέα και την ενίσχυση της ασφάλειας υδροδότησης της χώρας, εφόσον υλοποιηθούν, αναµένεται να συµβάλουν στην αντιµετώπιση της πρόκλησης αυτής.

Ο ι προαναφερθείσες µελέτες και δράσεις καταδεικνύουν τον σηµαντικό βαθµό τρωτότητας της ευρωζώνης και της Ελλάδος στους κινδύνους που απορρέουν από την υποβάθµιση της φύσης και ειδικότερα από την έλλειψη επαρκών και ποιοτικών υδατικών πόρων. Επιπλέον, οι κίνδυνοι αυτοί µπορούν να επηρεάσουν την οικονοµία και τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα. Συνεπώς, µαζί µε την ανάγκη υιοθέτησης πολιτικών και λήψης µέτρων από τις κυβερνήσεις για την αντιµετώπιση αυτής της πρόκλησης, είναι απαραίτητο να ενσωµατώνονται κατάλληλα οι σχετικοί κίνδυνοι στο έργο των κεντρικών τραπεζών και των εποπτικών αρχών. Όντως, οι κίνδυνοι αυτοί ενσωµατώνονται ολοένα και περισσότερο στις δράσεις των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήµατος και των εθνικών εποπτικών αρχών της ευρωζώνης. Μετά και την ολοκλήρωση του σχεδίου της ΕΚΤ για το κλίµα και τη φύση για την περίοδο 2024-25, προτεραιότητα για την ΕΚΤ αποτελεί η περαιτέρω εκτίµηση των οικονοµικών και χρηµατοοικονοµικών επιπτώσεων από τους κινδύνους που σχετίζονται µε τη φύση και τα υδατικά συστήµατα. Η βαθύτερη κατανόηση αυτών των κινδύνων θα βοηθήσει να εκτιµηθούν οι πιθανές επιπτώσεις από την υποβάθµιση της φύσης στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, στον πληθωρισµό και στη µετάδοση της νοµισµατικής πολιτικής. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, είναι σηµαντική η έρευνα και ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων ανάλυσης κινδύνων, καθώς και η συνεργασία µε την επιστηµονική κοινότητα µε στόχο τη βελτίωση των δεδοµένων και των µεθόδων διενέργειας αναλύσεων και αξιολόγησης κινδύνων.

Σπύρος Θεοδωρόπουλος

Πρόεδρος Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών

Η oντολογία
της επιχειρηματικότητας

Ηεπιχειρηµατικότητα δεν αποτελεί επάγγελµα, αλλά τρόπο ζωής, έναν τρόπο να βλέπεις και να κατοικείς τον κόσµο. ∆εν υπακούει σε ωράρια, αλλά κυοφορείται παντού, σε µια τυχαία παρατήρηση, σε µια ανάγκη που µένει ανείπωτη, σε µια ασυµφωνία που ζητά λύση. Συνιστά διαρκή εγρήγορση του νου και της ψυχής, καλλιεργεί την προσδοκία της δηµιουργίας. Η επιχειρηµατικότητα µοιάζει µε «το παιδί που µετράει τα άστρα», αναζητώντας το αόρατο, χωρίς να συµβιβάζεται µε το δεδοµένο και το προφανές. Στην πράξη, η επιχειρηµατικότητα εκδηλώνεται ως µια σειρά λογικών σκέψεων, στην οποία όµως υπεισέρχεται το ένστικτο. Το λεγόµενο «ένστικτο» δεν εκφράζει κάτι µυστικιστικό, ούτε µια ανεξήγητη εσωτερική φωνή. Αντανακλά µια συµπύκνωση εµπειριών, παρατηρήσεων και γνώσης. Εκφράζει την ικανότητα του ανθρώπου να διαβάζει την αγορά, να αντιλαµβάνεται τα σηµάδια πριν γίνουν εµφανή, να προβλέπει διαισθητικά.

Το επιχειρηµατικό ένστικτο δεν µετριέται µε χρόνια. ∆εν ανήκει ούτε στους νέους ούτε στους παλιούς, ανήκει σε όσους διατηρούν ζωντανή την περιέργεια, την τόλµη και την ικανότητα να φαντάζονται αλλιώς το δεδοµένο. Το να µην αποδέχεσαι τον κόσµο όπως είναι, αλλά όπως θα µπορούσε να γίνει, δηµιουργεί µια µορφή ελευθερίας. Αυτό είναι το όραµα.

Συνεχεια αναγνωσης

Το όραµα δεν λειτουργεί ως πολυτέλεια, αλλά ως πυξίδα. Και όταν το κίνητρο υπερβαίνει το στενό συµφέρον και αγγίζει την κοινωνική προσφορά, τότε το κέρδος παύει να λειτουργεί ως αυτοσκοπός και µετατρέπεται σε συνέπεια. Η δηµιουργία αποκτά νόηµα όταν συνδέεται µε κάτι ευρύτερο από τον ατοµικό εαυτό. Σε αυτό το σηµείο, η επιχειρηµατικότητα συναντά την έννοια του πατριωτισµού. Όχι ως ρητορική επίκληση, αλλά ως συνειδητή επιλογή ευθύνης απέναντι στον τόπο. Αλλά το όραµα από µόνο του δεν αρκεί. Η επιχειρηµατικότητα αρχίζει πραγµατικά τη στιγµή της εφαρµογής. Γιατί η ιδέα, όσο ισχυρή κι αν φαντάζει, παραµένει ανενεργή χωρίς πράξη. Κάποιοι οραµατίζονται, άλλοι υλοποιούν και οι πιο δυνατές συνεργασίες γεννιούνται όταν αυτά τα δύο ενώνονται.

Στον πυρήνα, όµως, κάθε επιχειρηµατικής πράξης βρίσκεται το ρίσκο, δηλαδή η συνειδητή επιλογή να επενδύσεις σε µια εκδοχή του µέλλοντος που είναι αβέβαιη και στο θάρρος να εµπιστευτείς τη δική σου ανάγνωση του κόσµου. Η αποτυχία διαµορφώνει αναπόσπαστο µέρος της διαδροµής - ίσως ο πιο αυθεντικός δάσκαλος. Γιατί η επιτυχία, ιδίως όταν επαναλαµβάνεται, δηµιουργεί την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας, ενώ η αποτυχία τη διαλύει και αναγκάζει τον άνθρωπο να επανεξετάσει, να αναθεωρήσει, να κατανοήσει σε βάθος. Η αποτυχία διατηρεί τον άνθρωπο σε εγρήγορση, ενώ η επιτυχία τον ωθεί προς την αδράνεια. Στην ευρωπαϊκή κουλτούρα η αποτυχία στιγµατίζει, ενώ σε κάποιες άλλες, όπως στην αµερικανική, λειτουργεί ως έναυσµα για νέα αρχή. Στο επιχειρείν, το «δικαίωµα στη δεύτερη ευκαιρία» θεωρείται αναγκαιότητα.

Η επιχειρηµατικότητα δεν είναι ένα ξεχωριστό πεδίο µε δικούς του, αποκοµµένους κανόνες, αλλά αποτελεί µια αντανάκλαση της ίδιας της ζωής. Κουβαλά το ίδιο αξιακό φορτίο, τις ίδιες αντιφάσεις, τις ίδιες απαιτήσεις. Στον πυρήνα της βρίσκονται έννοιες διαχρονικές όπως η εντιµότητα και η συνέπεια, ως προϋποθέσεις εµπιστοσύνης. Χωρίς αυτές, καµία σχέση -ούτε επαγγελµατική ούτε ανθρώπινη- δεν αντέχει στον χρόνο. Ο σεβασµός δρα ως εξίσου θεµελιώδης αρχή. Καµία επιχείρηση δεν µπορεί να εξελιχθεί αν δεν αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αν δεν αφήνει χώρο στη διαφορετικότητα, στη συµµετοχή. Το κοινό χαρακτηριστικό των ελληνικών βιοµηχανιών που η ιστορία τους ξεπερνά τον έναν αιώνα ανιχνεύεται στην παρουσία ηγετών µε σηµαντική ενσυναίσθηση, που ακούν και καταλαβαίνουν τους εργαζόµενούς τους και ζουν κοντά τους. Έχουν αλήθεια αυτές οι επιχειρήσεις. Υπάρχει, επίσης, η ευθύνη. Μια επιχείρηση που δεν αισθάνεται υπόλογη απέναντι στους ανθρώπους της και στον ρόλο της µέσα στο κοινωνικό σύνολο δύσκολα έχει διάρκεια. Μέσα σε αυτό το αξιακό πλαίσιο, µια δύναµη που αναδεικνύεται κυρίαρχη αφορά την επιδίωξη του πλουτισµού ως αυτοσκοπού. Πρόκειται για µια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Καλλιεργεί κυνισµό, διαβρώνει την έννοια της προσπάθειας και, όταν οι προσδοκίες διαψεύδονται, γεννά απογοήτευση, θυµό και τελικά απαξίωση προς θεσµούς και αξίες.

Η αληθινή επιχειρηµατικότητα, ωστόσο, δεν ταυτίζεται µε µια σύντοµη διαδροµή προς τον πλούτο, αλλά µε µια µακρά πορεία αντοχής που απαιτεί επιµονή, πίστη και βαθιά προσωπική δέσµευση. Οι νέοι αποτελούν ίσως το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο. Εµφανίζονται πιο καλλιεργηµένοι, πιο ανοιχτοί, πιο ευαίσθητοι απέναντι στον κόσµο και τις ανισότητές του. Ταυτόχρονα, όµως, κουβαλούν το βάρος της επίγνωσης ότι το µέλλον τους δεν εγγυάται την ίδια ποιότητα ζωής µε τις προηγούµενες γενιές. Αυτή η αντίφαση γεννά ένταση, αλλά και µια βαθύτερη ανάγκη για αλλαγή. Αυτό που οφείλουµε στους νεότερους δεν είναι η ασφάλεια της βεβαιότητας, αλλά η δυνατότητα της επιλογής. Το µόνο που τους χρωστάµε συνδέεται µε νέες ευκαιρίες, όχι έτοιµες λύσεις. Η πρόοδος δεν κινείται µονοσήµαντα, η τεχνητή νοηµοσύνη αλλάζει ξανά τον κόσµο, τον τρόπο που µαθαίνουµε, εργαζόµαστε και ζούµε, αλλά δεν ορίζει το νόηµα. Η εξέλιξη δεν κρίνεται καλή ή κακή, αλλά προσλαµβάνει το πρόσηµό της από τον τρόπο που την προσεγγίζουµε. Κάθε γενιά φέρνει τη δική της εξέλιξη. Η επιχειρηµατικότητα, όπως και η ζωή, παραµένει αέναη µεταβολή, µια διαρκής συνάντηση αλλαγής, προκλήσεων και επιλογών.

Θεοδόσης Π. Τάσιος

Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου
Επίτιμος Πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας
Πρόεδρος στην Εταιρεία για τη Διερεύνηση της Αρχαιοελληνικής
και Βυζαντινής Τεχνολογίας (ΕΔΑΒυΤ)

Για ένα 15ετές πλάνο
μιας ηθοπολιτικής παιδείας

1 Ορισµένοι αναλυτές θεωρούν ότι εµείς ως Λαός δέν διαθέτουµε την εσωτερική κοινωνική συνοχή που είναι προϋπόθεση της ευηµερίας µας (οικονοµικής και ψυχολογικής). Στηρίζουν δε αυτή την εξαιρετικά απαισιόδοξη άποψή τους στα επόµενα, όντως δυσµενέστατα, δεδοµένα.
α) Μετά τον Β' Παγκόσµιο Πόλεµο, υπήρξαµε η µόνη xώρα που παρασύρθηκε σε έναν εµφύλιο πόλεµο, δεκαετούς σχεδόν διάρκειας, χάνοντας πολύτιµο αίµα, χρήµα, υποδοµές και χρόνο - τον καιρό που όλες οι άλλες xώρες χτίζαν την ανοικοδόµησή τους.
β) Κι ύστερα από είκοσι περίπου χρόνια, ήµασταν µία από τις χώρες της πολιτισµένης Ευρώπης που βρέθηκαν σε ένα καθεστώς δικτατορίας µικρόνοων στρατιωτικών, που ανέκοψαν τη φυσική δηµοκρατική ανάπτυξή µας.
γ) Κι ύστερα από σαράντα χρόνια απ’ την αποκατάσταση της δηµοκρατίας (κι ύστερα από χρόνια αδιάκοπου ξεσαλωµένου δανεισµού), η συντριπτική πλειοψηφία του Λαού-µας, µε ένα δηµοψήφισµα, ψήφισε ενα άλµα στο κενό – έξω απ’ την Ενωµένη Ευρώπη (η οποία τελικώς ήταν και η µόνη που µας έσωσε).
Υποστηρίζω ότι αυτές οι έµµονες αυτοκτονικές πράξεις µας είναι δηλωτικές ηθοπολιτικής ανωριµότητας, η οποία ενδέχεται να κυοφορεί κι άλλες εθνικές καταστροφές στο µέλλον.

2 Αυτή η άκρως απαισιόδοξη άποψη, όµως, επιδέχεται επιµέρους αντιρρήσεις - κυρίως ως προς τη µονοµερή ερµηνεία των πολιτικών γεγονότων στα οποία στηρίζεται.Χωρίς δηλαδή να µπορεί να αµφισβητηθούν σοβαρά οι εκτιµήσεις περί της ηθοπολιτικής µας ανωριµότητας, υπάρχουν βέβαια και άλλες αιτίες συνέργειας στην εµφάνιση των τριών δυσµενών γεγονότων που αναφέρθηκαν.

Συνεχεια αναγνωσης

∆ύσκολα όµως µπορούµε να αποσείσουµε και τη δική µας ευθύνη για τα φοβερά αυτά γεγονότα. Πολύ δε ολιγότερο που µετριοπαθείς διανοητές της χώρας µας έχουν εκφράσει ανάλογες περί του θέµατος αυτού απόψεις.Τέλος, στο σύνολο αυτών των δεδοµένων, οφείλουµε να προσθέσουµε και το νεοπαγές κύµα των ουσιαστικώς απολιτικών θέσεων τις οποίες εκφράζει σήµερα ένα πολύ µεγάλο ποσοστό συµπολιτών µας, µε την φενάκην του «αντι-συστηµικού».Φοβούµαι δηλαδή ότι το συµφέρον του Λαού µας δέν επιτρέπει καµιάν απόκρυψη ή ωραιοποίηση όλων αυτών των φαινοµένων (εν ονόµατι τάχα µιας φιλολαϊκής στάσης, που τελικώς θα µπορούσε να αποβεί και αντιλαϊκή). Εποµένως, και εγώ, προτιµώ να διατρέξω τον κίνδυνο της µοµφής του «κινδυνολόγου», παρά τις τύψεις για το ότι δέν συµβάλλουµε όλοι στις δράσεις που υπαγορεύονται απ’ την πιo απαισιόδοξη ανάγνωση των φαινοµένων που προαναφέρθηκαν.

3Aν λοιπόν ζητείται η ενίσχυση της ηθοπολιτικής συνοχής µιας Οµάδας, τότε ηθοπολιτικά θα είναι και τα µέσα θεραπείας που θα επιστρατεύσουµε. (Μέσα που µάλλον δεν τα καταδέχονται οι επικρατούσες πολιτικές Μεγαθεωρίες). Όλα ξεκινούν απ’ το εύρος των ενδιαφερόντων κάθε ατόµου: (i) Μέχρι το χωριό σου εκτείνονται ή και σ’ όλη τη xώρα (ή ίσως και σ’ όλον τον πλανήτη); (ii) Μέχρι τα παιδιά σου ή και στα δισέγγονα (ή ίσως και στις επόµενες γενιές συµπατριωτών); (iii) Μέχρι το στοµάχι σου ή νιώθεις ηδονή κι όταν διαβάζεις Σολωµό (ή ίσως κι όταν ακούς τον Ύµνο της Ενωµένης Ευρώπης);

Εντός του εύρους ενδιαφερόντων του, µπορεί να έχεις αποφασίσει, µπορεί να έχεις αποφασίσει οι προτεραιότητες Αξιών να είναι: «Εσύ έναντι Εγώ», «Αύριο έναντι Σήµερα» και «Ιδέες έναντι Στοµάχι». Οπότε, η Οµάδα αποτελούµενη από άτοµα µε τέτοιες προτεραιότητες Αξιών θα αποκτήσει δυσανάλογα µεγάλη συνοχήν (για τώρα και για ύστερα, στην πράξη και στη θεωρία) - όπως «οι οµάδες των πρωτευόντων που είχαν τόσο µεγαλύτερο εξελικτικό πλεονέκτηµα, όσο µεγαλύτερη ήταν η εσωτερική τους συνοχή», όπως είχε διαπιστώσει κι ο ∆αρβίνος. Είναι λοιπόν µάλλον προφανές ότι εάν το «εύρος ενδιαφερόντων» της Οµάδας θα έφθανε αυθορµήτως µέχρι το σύνολο του Λαού της Χώρας (και µάλιστα µαζί µε τις επόµενες γενεές), τότε θα είχαµε σαφώς ευνοϊκότερες συνθήκες για τον τριπλό στόχο «Κοινωνική ∆ικαιοσύνη / Ανάπτυξη / Άµυνα», χωρίς να στηριζόµαστε αποκλειστικά στους κατασταλτικούς µηχανισµούς και σε (συχνά διαψευδόµενες) προεκλογικές διακηρύξεις… Σπεύδω δε να διευκρινίσω δύο τινά: Πρώτον, ότι δέν πρόκειται για όνειρο «Κατηχητικού», αλλά (παρά την απλότητά της) πρόκειται για µια στέρεη λογική κατασκευή. Και δεύτερον, ότι έχω επίγνωση των τεράστιων δυσχερειών για την επίτευξη µια, τόσο πλατιάς ηθοπολιτικής ωρίµανσης - την οποία πάντως την έχουν επιτύχει µερικές άλλες µικρές xώρες.

Υποστηρίζω όµως ότι αυτή ακριβώς η Ηθοπολιτική Παιδεία συνιστά θεµελιώδη πολιτικόν στόχο - έναντι της άλλης προτεινόµενης «θεραπείας», που είναι η σισύφεια εφαρµογή µηχανιστικών-οργανωτικών µέσων µόνον (όταν δέν είναι ένα αντιλαϊκό χαϊδολόγηµα των αυτιών µας...). Και πολύν καιρό τώρα, έχω περιγράψει τα περιεχόµενα ενός εθνικού 15ετούς Πλάνου τέτοιας Παιδείας, µε συµµετοχή όλων των «πόρων» Παιδείας: Της Οικογένειας, των Σχολείων, του Κοινωνικού περίγυρου, των ΜΜΕ και των Κοµµάτων - όπως και µε αντιγραφές σχετικών επιτευγµάτων άλλων µικρών xωρών. Επειδή µάλιστα παραείναι πολυπαραγοντικό και φιλόδοξο ένα τέτοιο Σχέδιο, υπάρχει πάντα η δυνατότητα εκτέλεσης ενός Πιλοτικού Πλάνου µικρής κλίµακας, για ν’ αρχίσουµε να αποχτούµε την πείρα που απαιτεί ο σχεδιασµός της ευρύτερης εθνικής προσπάθειας. Θέλω να ελπίζω ότι δέν αργεί η διαµόρφωση µιας κρίσιµης µάζας ανάλογων απόψεων για µια τέτοια ριζική θεραπεία…

Τίτος Πατρίκιος

Ποιητής

Ο συγγραφέας
στην ηλεκτρονική εποχή

Έχουµε πιὰ µπεῖ γιὰ τὰ καλὰ στὴν ἠλεκτρονικὴ ἐποχή. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη µεριὰ ἡ ἠλεκτρονικὴ ἐποχὴ ἔχει µπεῖ γιὰ τὰ καλὰ µέσα µας, κατακτώντας διαδοχικὰ ὅλους τοὺς χώρους µας, ἀκόµα καὶ τοὺς πιὸ προσωπικούς, τοὺς πιὸ ἐνδόµυχους. Μέσα σ’ αὐτὲς τὶς νέες συνθῆκες ποὺ δὲν ἀφοροῦν µόνο τὰ µαζικὰ µέσα ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ ὅλη τὴν κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ζωή, τὸν ἴδιο τὸν πολιτισµό, τίθεται συχνὰ τὸ ἐρώτηµα: Ὁ συγγραφέας θὰ µπορέσει νὰ µπεῖ στὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἢ θὰ µείνει ἀπ’ ἔξω ἀπροσάρµοστος, σὰν ἕνα εἶδος ποὺ τείνει νὰ ἐκλείψει, τουλάχιστον ὅπως τὸ ξέρουµε; Πάντως, ὅταν τίθεται αὐτὸ τὸ ἐρώτηµα, µοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο τοῦ Κάφκα ποὺ περίµενε ἀτελείωτα χρόνια µπροστὰ στὴν πύλη τοῦ Νόµου, χωρὶς τελικὰ ἡ εἴσοδός του νὰ γίνει ἀποδεκτή. Θὰ ἐπιτραπεῖ λοιπὸν ἡ εἴσοδος τῶν συγγραφέων σ’ αὐτὴ τὴν Ἐποχὴ ἢ θὰ µᾶς συµβεῖ ὅ,τι καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Κάφκα ποὺ τελικὰ ἡ πύλη τοῦ Νόµου τοῦ ἔµεινε κλειστή; 

Νοµίζω πὼς ἡ εἴσοδος τῶν συγγραφέων σὲ µιὰ νέα ἐποχὴ ποὺ διαµόρφωνε καινούργια µέσα -καὶ διαµορφωνόταν ἀπ’ αὐτά- γιὰ τὴν ἀποτύπωση τῆς σκέψης καὶ τῆς εὐαισθησίας, γιὰ τὴ µετάδοσή τους, γιὰ τὸν τρόπο ἐπικοινωνίας τοῦ ἐκφραστῆ τους µὲ τὸν λήπτη τους, ἦταν πάντα δύσκολη. Ἔτσι, ἀντίστοιχες δυσκολίες µὲ τὶς σηµερινές, τηρουµένων βέβαια τῶν ἀναλογιῶν, θὰ πρέπει νὰ συνάντησαν καὶ οἱ παλαιοὶ τεχνίτες τοῦ λόγου, οἱ παραµυθάδες, οἱ βάρδοι, ὅταν ἀναγκάστηκαν νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν προφορικότητα στὴ γραφή, καὶ ἀργότερα γιὰ νὰ περάσουν πάλι ἀπὸ τὸ χειρόγραφο στὴν τυπογραφία, ὥστε ἐκεῖνοι ἀπὸ ἀφηγητὲς νὰ γίνουν ὁριστικὰ συγγραφεῖς, καὶ οἱ ἀκροατές τους νὰ γίνουν ἀναγνῶστες (καὶ µόνο σὲ κάποιες περιπτώσεις, ὅπως στὸ θέατρο, νὰ παραµείνουν θεατὲς καὶ ἀκροατές, καὶ ἐντελῶς ἐπικουρικὰ ἀναγνῶστες). 

Συνεχεια αναγνωσης

Μήπως ὅµως σήµερα τὸ πέρασµα ἀπὸ τὸν Γαλαξία τοῦ Γουτεµβέργιου στὸν Γαλαξία τοῦ Μαρκόνι (γιὰ νὰ θυµηθοῦµε ἀναπόφευκτα τὸν McLuhan) εἶναι πολὺ πιὸ δύσκολο; Νοµίζω πὼς τὸ πέρασµα στὸν καινούργιο Γαλαξία, στὴν καινούργια ἐποχή, τὴν ἠλεκτρονική, παρὰ τὰ ἐµπόδια ποὺ πρέπει νὰ ὑπερπηδηθοῦν, εἶναι, ὅπως γινόταν πάντα, ἐφικτό, ἀλλά -ὅπως ἔγινε µὲ ὅλα τὰ προηγούµενα περάσµατα- ἀπαιτεῖ τὴν καταβολὴ ἑνὸς τιµήµατος.

Καὶ ἴσως ἡ διαφορὰ ἀνάµεσα στὸ τωρινὸ πέρασµα καὶ στὰ περάσµατα τοῦ παρελθόντος νὰ βρίσκεται στὸ ὅτι τὸ τίµηµα ποὺ ἀπαιτεῖται σήµερα εἶναι πολὺ βαρύτερο. ∆ιότι γιὰ χάρη τῆς εὐρύτερης καὶ ταχύτερης ἐπικοινωνίας ποὺ ἐξασφαλίζουν τὰ ἠλεκτρονικὰ µέσα, ἀπαιτεῖται ὅλο καὶ περισσότερο ἡ ἐγκατάλειψη τῆς ἄµεσης, τῆς σχεδὸν φυσικῆς, σωµατικῆς ἐπαφῆς τοῦ συγγραφέα µὲ τὸν ἀναγνώστη του. Ἡ ἠλεκτρονικὴ ἐπικοινωνία µπορεῖ νὰ δώσει στὸν συγγραφέα τὰ πάντα ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνη τὴν κατευθείαν ἐπαφὴ µὲ τὸν ἀναγνώστη ποὺ ἔκανε τὸν Baudelaire νὰ πεῖ:

- Hypocrite lecteur, -mon semblable- mon frère!

Ο µως αὐτὴ ἡ ἐπαφὴ εἶναι τόσο ἀναγκαία; θὰ µποροῦσε νὰ ρωτήσει κανείς. Κι ἔπειτα, πῶς συµβαίνει νὰ ἔχουµε ὡς ἀναγνῶστες τόσο οὐσιαστικὴ ἐπαφή, χωρὶς ὅµως νὰ εἶναι ἄµεση, µὲ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ παρελθόντος ἢ µὲ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ παρόντος ποὺ ζοῦν καὶ γράφουν σὲ ἀπρόσιτες γλῶσσες; Ἐδῶ νοµίζω πὼς ἡ ἐπαφὴ γιὰ τὴν ὁποία µίλησα προέρχεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ µεγάλοι συγγραφεῖς µᾶς κάνουν νὰ ἀναστοχαζόµαστε, νὰ ἀντιµετωπίζουµε µὲ καινούργιο τρόπο ἐρωτήµατα σηµερινά, δικά µας, ποὺ ὅµως ἐκεῖνοι τὰ ἀντιµετώπισαν πολὺ πρὶν ἀπὸ µᾶς, µερικὲς φορὲς πρὶν κὰν τὰ ἐρωτήµατα αὐτὰ τεθοῦν στὴν κοινὴ προβληµατική.

Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ ἀναστοχασµὸς µᾶς κάνει νὰ σταµατᾶµε καὶ νὰ ξαναγυρίζουµε στὸ κείµενο καὶ µέσω τοῦ κειµένου ποὺ τὸ ἀναπλάθουµε µέσα µας, µέσω τοῦ ὑλικοῦ ἀντικειµένου ποὺ εἶναι τὸ βιβλίο καὶ ποὺ τὸ γεµίζουµε µὲ τὶς δικές µας σηµειώσεις, ποὺ τὸ δείχνουµε καὶ τὸ γνωστοποιοῦµε στὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαπᾶµε, στοὺς φίλους µας, ἀποκαθιστοῦµε ἕναν διάλογο µὲ τὸν συγγραφέα καὶ µιὰ στενὴ σχέση οἱονεὶ σωµατικὴ κι ἀκόµα µιὰν ἐπαφὴ µὲ τὸν συναναγνώστη µας.

Ο µεγάλος κίνδυνος λοιπὸν ποὺ ἀντικρίζουµε µπαίνοντας στὴν ἠλεκτρονικὴ ἐποχὴ δὲν βρίσκεται, κατὰ τὴ γνώµη µου, στὸ ὅτι ἁπλῶς ἀφήνουµε ἕνα µέσο γιὰ νὰ υἱοθετήσουµε ἕνα ἄλλο, ἕνα µέσο θερµὸ ὅπως ἡ γραφὴ γιὰ ἕνα µέσο ψυχρό, ὅπως ἡ τηλεόραση καὶ ὁ ἠλεκτρονικὸς κόσµος, ἀλλὰ στὸ νὰ ἐγκαταλείψουµε τὸν ἀναστοχασµό, τὸ διαρκὲς σταµάτηµα γιὰ νὰ σκεφθοῦµε ξανὰ τὸ κείµενο, τὰ πράγµατα, τὸν ἑαυτό µας, τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἀφεθοῦµε στὴ συνεχὴ ροή, στὸ constant flow τοῦ ἠλεκτρονικοῦ κόσµου καὶ νὰ παρασυρθοῦµε ἀπὸ ἕνα ρεῦµα ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ κατακτήσει ὅλο µας τὸν χρόνο, ὅλη µας τὴν προσληπτικότητα, ὅλη µας τὴ µνήµη.

Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόµα. Ἡ λειτουργία τῆς ἠλεκτρονικῆς ἐπικοινωνίας µεταδίδει τὴν πληροφορία, ἄρα καὶ τὸ λογοτεχνικὸ µήνυµα, µὲ µιὰ συνεχῶς αὐξανόµενη ταχύτητα. Φτάνει νὰ τὸ µεταδίδει σχεδὸν ἀκαριαῖα. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «ἀκαριαῖα» καταργεῖ ὅλα τὰ διαµεσολαβητικὰ ἐπίπεδα ἀνάµεσα στὸν συγγραφέα, στὸ ἔργο καὶ στὸν ἀναγνώστη, ποὺ γιὰ νὰ ἀναπτυχθοῦν χρειάζονται ἕναν ἐπαρκὴ χρόνο. Ἔτσι, τὸ ἠλεκτρονικὸ ἀκαριαῖο µπορεῖ νὰ γίνει ἕνα συνεχές, µόνιµο καὶ µαζὶ ἐφήµερο παρόν, χωρὶς βάθος χρόνου πρὸς τὸ παρελθόν, ποὺ µόνο αὐτὸ µᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχουµε ἱστορία, καὶ χωρὶς προοπτικὴ πρὸς τὸ µέλλον, ποὺ µόνο αὐτὴ µᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχουµε τὴν ἐλπίδα, ὄχι γιὰ τὴ βίαιη ὑλοποίηση ἑνὸς προκατασκευασµένου ὁραµατισµοῦ (αὐτὸ εἴδαµε σὲ τί καταστροφὲς ὁδήγησε τὸν αἰώνα ποὺ τελείωσε), ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀνασύσταση καὶ τὴ συνέχιση τῆς ἀνθρώπινης ἀλληλεγγύης.

Αλλωστε ὅταν λέµε ἐποχή, ἐννοοῦµε χρόνο, καὶ στὴ φράση ἠλεκτρονικὴ ἐποχὴ ὁ χρόνος θέτει πολὺ περισσότερα προβλήµατα ἀπὸ τὸ ἠλεκτρονική. Ἐδῶ ἀξίζει νὰ θυµηθοῦµε τὸν Ἡράκλειτο, ποὺ δυόµισι χιλιάδες χρόνια πρὶν ἀπὸ µᾶς εἶχε πεῖ αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων (ὁ χρόνος εἶναι ἕνα παιδὶ ποὺ παίζει ρίχνοντας τὰ ζάρια). Κι αὐτὸ τὸ παιδὶ µᾶς παίζει διαρκῶς διάφορα παιχνίδια. Θὰ ἔλεγα λοιπὸν πὼς ὅσο σοβαρὸ κι ἂν εἶναι τὸ πρόβληµα τῆς εἰσόδου τοῦ συγγραφέα στὴν ἠλεκτρονικὴ ἐποχή, ἀκόµα σοβαρότερο εἶναι τὸ πρόβληµα τῆς εἰσόδου του στὴν Ἐποχή, δηλαδὴ στὸν ἴδιο τὸν χρόνο σὲ ὅλη του τὴν πολλαπλότητα: στὸν χρόνο τὸν δικό του, στὸν χρόνο τῶν ἡρώων του, στὸν χρόνο τῆς δηµιουργίας τοῦ ἔργου, στὸν χρόνο τοῦ ἀναγνώστη του. (Ἐδῶ µιὰ παρένθεση: καθὼς πρόφερα τὴ λέξη δηµιουργία, νοµίζω πὼς θὰ πρέπει νὰ στρέψουµε τὴν προσοχή µας στὴ δηµιουργία τοῦ ἔργου καὶ ὄχι ἁπλῶς στὴν παραγωγή του, ὅπως ἤθελε τὰ τελευταῖα χρόνια ἕνας τρέχων κοινωνιολογισµός, κι ἀκόµα νὰ τὴ στρέψουµε πρὸς τὴν ἀνθρώπινη συνεπαφὴ καὶ ὄχι µόνο στὴν ἠλεκτρονικὴ ἐπικοινωνία.) Ἄλλωστε, ἀνάµεσα στὶς διάφορες εἰσόδους, ποὺ ἄλλες εἶναι ἀνοιχτὲς γιὰ ὅλους καὶ ἄλλες ἀνοιχτὲς εἰδικὰ στὸν συγγραφέα, ὑπάρχει καὶ ἐκείνη ἡ εἴσοδος ποὺ ὁ συγγραφέας ὀφείλει νὰ προσφέρει στὸν ἀναγνώστη. Ἔτσι ὥστε ὁ ἀναγνώστης νὰ µπεῖ καὶ νὰ κινηθεῖ στὸ διπλὸ σύµπαν ποὺ συνίσταται ταυτόχρονα ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ πλάθει ὁ συγγραφέας καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ὑπάρχει ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ἀλλὰ ποὺ χάρη σ’ αὐτὸν παίρνει ἕναν καινούργιο φωτισµό. ∆ηλαδὴ αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἔκανε ὁ Βιργίλιος, ἀνοίγοντας τὴν εἴσοδο στὸ λογοτεχνικό του σύµπαν στοὺς σύγχρονούς του, ἀλλὰ καὶ τόσους αἰῶνες ἀργότερα στὸν ∆άντη.

Το κείµενο γράφηκε το 2004 και περιλαµβάνεται στη συλλογή δοκιµίων και µελετών (1977-2023) του Τίτου Πατρίκιου «∆ιαδροΜές και ∆ιασταυρώσεις», που κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Κίχλη. Φιλοξενείται στο παρόν έντυπο µε την άδεια του εκδοτικού οίκου.