Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Γενεύης
Η διανόηση
και η ψευδο-διανόηση
Ε ντυπωσιάζεται κανείς από την κυριαρχία του τρόπου σκέψης της δεκαετίας του,70 όχι µόνον στη λεγόµενη «Γενιά του Πολυτεχνείου» (µεγάλο µέρος της οποίας δεν συµµετείχε στα γεγονότα του Νοεµβρίου 1973) αλλά ακόµα και σε ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί τότε: ο κακοχωνεµένος και διαστρεβλωµένος νεοµαρξισµός, η «προοδευτική αριστερά», η φαντασιακή αντίσταση προς κάποια διαρκώς επελαύνουσα χούντα, η απέχθεια προς την ελληνική ιστορία και ταυτότητα, ο επαγγελµατικός αποκλεισµός και ο χαρακτηρισµός όσων δεν διαθέτουν πιστοποιητικό «προοδευτικών» ιδεολογικών φρονηµάτων ως ακροδεξιών, η αναπαραγωγή ενός αναχρονιστικού ξύλινου λόγου εντελώς άσχετου µε την πραγµατικότητα και στο βάθος η χρήση της ιδεολογίας ως µηχανισµού διατήρησης επαγγελµατικών και συντεχνιακών µονοπωλίων.
Στην άλλη πλευρά, τη µη αριστερή, δεν αναδεικνύεται µία ελεύθερη, δηµοκρατική, δυτικού τύπου δηµιουργική σκέψη, αλλά µία ψευδοτεχνοκρατική (διότι άσχετη µε την πραγµατικότητα, φοβική και στρουθοκαµηλική), ψευδοευρωπαϊκή (διότι συµβιβασµένη και διευκολυντική του δουλοκτητικού τριτοκοσµικού κράτους και πολιτικού συστήµατος), ψευδοφιλελεύθερη (διότι συγκαλύπτει και νοµιµοποιεί το κρατικοδίαιτο, πελατειακό, σοβιετικών προδιαγραφών οικονοµικό µοντέλο).
Συνεχεια Αναγνωσης
Αυτοί οι δύο πόλοι µίας ψευδοδιανόησης εγκλωβισµένης σε ιδεοληψίες, στερεότυπα, συρµούς και σκοπιµότητες, λειτουργούν στην πραγµατικότητα συµπληρωµατικά, παρουσιαζόµενοι ο ένας ως δήθεν αντίβαρο του άλλου και προβάλλοντας µία ψευδεπίγραφη εικόνα «ιδεολογικής διαµάχης», «διαλόγου ιδεών» κ.λπ., εξορίζοντας και µάλιστα ποινικοποιώντας ως «ακραία» κάθε συζήτηση επί της ουσίας και αποπροσανατολίζοντας την κοινωνία από τα πραγµατικά της προβλήµατα. Στη βαθιά υπαρξιακή κρίση που διέρχεται η ελληνική κοινωνία (δηµογραφική κατάρρευση, αποβιοµηχάνιση, ερήµωση της υπαίθρου, µαζική έξοδος της νεολαίας στο εξωτερικό, οικολογική αποσάθρωση ολόκληρων περιοχών, απειλή φινλανδοποίησης, εκπαιδευτική αποδόµηση και λειτουργικός αναλφαβητισµός, προσχηµατοποίηση της κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας κ.λπ.), η κατεστηµένη διανόηση είναι ηχηρά απούσα. Συγγραφείς, πανεπιστηµιακοί, αρθρογράφοι αναλώνονται σε αναµασήµατα στερεοτύπων άσχετων µε τη σηµερινή συγκυρία. Και όποιος εµφανισθεί πρόθυµος να µεταθέσει τη συζήτηση στην πραγµατικότητα, αµέσως καταγγέλλεται και λοιδωρείται. Μάλιστα οι ψευδο-διανοητές αυτοί εµφανίζονται πρόθυµοι να παραχαράξουν και την ιστορική και τη σύγχρονη πραγµατικότητα, προκειµένου να νοµιµοποιήσουν την εξουσία.
Ασφαλώς υπάρχουν πραγµατικοί και ανεξάρτητοι διανοούµενοι, που αναζητούν και προβάλλουν την αλήθεια, δηµοσιεύοντας σηµαντικά έργα για την ιστορία, την ταυτότητα, τα πραγµατικά προβλήµατα και τις προοπτικές του ελληνικού έθνους. Αυτοί δεν σιτίζονται από το δηµόσιο ή από συστηµικούς φορείς, γι' αυτό και έχουν ελευθερία συνείδησης και έκφρασης. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν τεράστια απήχηση στην κοινή γνώµη, ενώ η κατεστηµένη ψευδοδιανόηση ελάχιστη. Η επιρροή της τελευταίας είναι συστηµική και από θέσεως ισχύος, διότι οι απόψεις της προβάλλονται συναρτηµένες µε την πρόσβαση σε θέσεις εξουσίας, στο δηµόσιο ή σε εξαρτώµενο και ανίσχυρο ακροατήριο (π.χ. φοιτητές). Αντιθέτως η επιρροή των πραγµατικών διανοουµένων είναι αυθεντική, πρωτογενής και εξακτινώνεται µέσω των µέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών σε ανοιχτό, µη ελεγχόµενο και δεσµευόµενο ακροατήριο. Αναφέρω ενδεικτικά τον Γεώργιο Κοντογεώργη, τον Λαοκράτη Βάσση, τον Γιώργο Καραµπελιά, τον Σωτήρη Γουνελά, τον Ήρκο και τον Στάντη Αποστολίδη, τον Κώστα Σταµατόπουλο, τον Κώστα Κόλµερ, τον Άγγελο Συρίγο, τον Σπύρο Γεωργίου, τον Πάνο Παναγόπουλο, τον Ζέφυρο Καυκαλίδη, τον Γιώργο Σκλαβούνο, τον ∆ηµήτρη Σταθακόπουλο, τον Χρήστο Μπαλόγλου, τον Αθανάσιο Φωτόπουλο, τον Γιάννη Μάζη, τον Κώστα Γρίβα, τον Γιώργο Φίλη, και από τους νεότερους τον Ραφαήλ Καλυβιώτη και τον Παναγιώτη Παύλο.
Οι ανεξάρτητοι διανοούµενοι (δηλαδή οι πραγµατικοί διανοούµενοι, διότι κοµµατικά δεσµευµένα πρόσωπα ή πρόσωπα σιτιζόµενα από µηχανισµούς εξουσίας δεν είναι διανοούµενοι) είναι αυτοί που µπορούν να λειτουργήσουν ως συλλογική συνείδηση της κοινωνίας, να απελευθερώσουν τη σκέψη, να λυτρώσουν από τα υπαρξιακά αδιέξοδα, να διατυπώσουν έγκυρες κρίσεις για τη συνθήκη που διανύουµε, να προβάλουν τη λύση που θα είναι συµβατή µε την ταυτότητα και την ιδιοπροσωπία µας και θα εγγυάται τη συνέχιση της τρισχιλιετούς εθνικής και πνευµατικής διαδροµής µας. Η κοινωνία ακούει, αλλά κάποια στιγµή η ακοή της θα πρέπει να µετασχηµατισθεί σε συγκροτηµένη πολιτική πρόταση και εκλογική επιλογή.
Απόστολος Σ. Γεωργιάδης
Ομότιμος και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ
Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
Το ιδιωτικό δίκαιο
και οι προκλήσεις
του μέλλοντος
Τ ο ιδιωτικό δίκαιο, ο δικαιικός κλάδος που ως ρυθµιστικό του αντικείµενο έχει τις έννοµες σχέσεις µεταξύ των ιδιωτών, βρίσκεται σήµερα περισσότερο από ποτέ αντιµέτωπο µε πλήθος ρυθµιστικών προκλήσεων, οι οποίες δηµιουργούνται τόσο από την αλµατώδη πρόοδο της τεχνολογίας όσο και από τη σύγχρονη µετάλλαξη των κοινωνικών δοµών. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί η ραγδαία εξέλιξη της βιολογίας και της γενετικής τεχνολογίας. Εντελώς ενδεικτικά, το ενδεχόµενο κλωνοποίησης του ανθρώπου απειλεί να αλλάξει άρδην τις έννοιες της συγγένειας και της γενετικής καταγωγής.
Η µελλοντική δυνατότητα δηµιουργίας ανθρώπων µε προορισµό να χρησιµοποιηθούν ως µέλη για τη µεταµόσχευση και θεραπεία άλλων ατόµων δηµιουργεί κρίσιµα ηθικά και νοµικά διλήµµατα. Η αποκωδικοποίηση δε του ανθρώπινου γονιδιώµατος (DNA) φέρνει µαζί της, εκτός από την υπόσχεση για νέα «όπλα» κατά των ασθενειών, και το ενδεχόµενο «κατασκευής» ανθρώπων µε επιλεγµένα-τροποποιηµένα γενετικά χαρακτηριστικά.
Παρόµοια, µε την ανάπτυξη της τεχνητής νοηµοσύνης µπορούν ήδη να καταρτιστούν «έξυπνες» συµβάσεις, η εκτέλεση των οποίων γίνεται αυτοµατοποιηµένα, χωρίς ανθρώπινη παρέµβαση, µε τη χρήση του διαδικτύου και ειδικής τεχνολογίας· ενώ και οι εφαρµογές της λεγόµενης ροµποτικής γνωρίζουν όλο και µεγαλύτερη διάδοση. Κι εδώ ανακύπτουν, όπως είναι φανερό, πλήθος νοµικά ζητήµατα. Για παράδειγµα, πώς είναι δυνατόν να τροποποιηθεί ή να καταγγελθεί πρόωρα µια «έξυπνη» σύµβαση;
Συνεχεια Αναγνωσης
Πώς θα οριστεί στο πλαίσιο των συµβάσεων αυτών η χωρίς πταίσµα του οφειλέτη αδυναµία ή καθυστέρηση εκπλήρωσης της υποχρέωσής του; Ποιοι κανόνες θα διέπουν την ευθύνη από την τυχόν χρήση ροµπότ για την εκπλήρωση µιας παροχής; Συγχρόνως, ορατός φαντάζει και ο κίνδυνος αντικατάστασης της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης από την κωδικοποιηµένη και ενταγµένη σε πληροφοριακά δίκτυα ηλεκτρονική πληροφορία. Αυτό όµως συνιστά απειλή για την ίδια τη συµβατική ελευθερία, που συνιστά θεµέλιο του ιδιωτικού δικαίου. Από το άλλο µέρος, οι αλλαγές που καλείται να αντιµετωπίσει το ιδιωτικό δίκαιο δεν είναι µόνο τεχνικές, αλλά και ιδεολογικές· είναι αλλαγές στις κοινωνικές αντιλήψεις και δοµές. Για παράδειγµα, η κλασική έννοια της οικογένειας έχει µεταλλαχθεί, καθώς πλέον όλο και περισσότερα ζευγάρια επιλέγουν να µην υποβάλουν τη συµβίωσή τους σε ορισµένο τύπο (ελεύθερη συµβίωση). Το γεγονός αυτό θέτει λ.χ. το ερώτηµα αν θα πρέπει να απονεµηθούν κληρονοµικά δικαιώµατα και στα πρόσωπα που συµβιούν µακροχρόνια σε ελεύθερη ένωση· και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις και σε ποια έκταση, δεδοµένου ότι υφίστανται συγκρούσεις µε τους συγγενείς του κληρονοµούµενου συντρόφου, ιδίως τα τέκνα του. Αντίστοιχους προβληµατισµούς προκάλεσε και η πρόσφατη θεσµοθέτηση του γάµου µεταξύ οµόφυλων προσώπων: Θα µπορεί άραγε πλέον ένα παντρεµένο ζεύγος γυναικών (ή πολύ περισσότερο ανδρών) να προσφεύγει σε µεθόδους τεχνητής γονιµοποίησης για να αποκτήσουν από κοινού τέκνο; Και πώς θα θεµελιώνεται η συγγένεια του παιδιού, που θα γεννηθεί µέσα σε έναν τέτοιο γάµο, µε τον/την οµόφυλο/η σύντροφο του γονέα του, αφού το δίκαιο της συγγένειας του Αστικού µας Κώδικα δεν µιλάει για «γονέα 1 ή 2», αλλά είναι δοµηµένο πάνω στο δίπολο «πατέρας-µητέρα»;
Τ ο µεταβαλλόµενο αυτό περιβάλλον οδηγεί στην αναθεώρηση και επανεξέταση και των καλύτερα ακόµη θεµελιωµένων νοµικών εννοιών. Το αποτέλεσµα είναι απρόβλεπτο. Κατά το δύσκολο αυτό έργο, ο νοµοθέτης και ο εφαρµοστής του δικαίου οφείλουν να καθοδηγούνται διαρκώς από τις θεµελιώδεις αξίες που περιέχονται στο Σύνταγµα και εξειδικεύονται στα επιµέρους συστήµατα των κανόνων δικαίου. Έννοιες, όπως η προσωπικότητα, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η αυτονοµία της ιδιωτικής βούλησης, η ελευθερία των συµβάσεων, η προστασία του συµφέροντος του τέκνου, η δίκαιη ισορροπία µεταξύ των συγκρουόµενων συµφερόντων που προκαλεί η συλλογική οικονοµική δράση κ.λπ., κατέχουν την υψηλότερη θέση στο σύστηµα αξιών του ∆ικαίου. Βασικός άξονας, γύρω από τον οποίο θα περιστρέφεται η όποια νέα νοµοθετική πρωτοβουλία ή η ερµηνεία του νέου δικαίου, πρέπει να είναι η προάσπιση της αξίας του ανθρώπου, που αναγορεύεται από το Σύνταγµά µας σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Γιατί το ∆ίκαιο δεν είναι αυτοσκοπός· τον άνθρωπο υπηρετεί και από τον άνθρωπο ανατροφοδοτείται.
Σπύρος Βλαχόπουλος
Καθηγητής Νοµικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η σύγχρονη «εικονοµαχία»: Τα θρησκευτικά σύµβολα στους δηµόσιους χώρους
Τ ις τελευταίες δεκαετίες στον δυτικό κόσµο διεξάγεται µια νέα «εικονοµαχία», πολύ διαφορετική από αυτήν της εποχής του Βυζαντίου. Πρόκειται για το ζήτηµα των θρησκευτικών και ιδίως χριστιανικών συµβόλων στους δηµόσιους χώρους. Τα παραδείγµατα είναι πολλά: Πρέπει να τοποθετούνται φάτνες στις πλατείες των ευρωπαϊκών πόλεων ή µήπως αυτό θα έθιγε τους συµπολίτες µας που δεν είναι χριστιανοί;
Πρέπει να υπάρχει η εικόνα του Χριστού στα ελληνικά σχολεία και δικαστήρια ή µήπως αυτό προσβάλλει τη θρησκευτική ελευθερία; Και πέρα από την Ελλάδα: Πρέπει να σβηστούν οι χριστιανικές επιγραφές από τον τρούλο του Παλατιού της πόλης του Βερολίνου, επειδή πρόκειται για ένα κοσµικό κτίριο σε µια πολυπολιτισµική και πολυθρησκευτική Γερµανία, όπου βαπτίζεται πλέον µόνον το 50% του πληθυσµού; Η άποψη που υποστηρίζει την αποµάκρυνση κάθε χριστιανικού συµβόλου από τους δηµόσιους χώρους, δεν λαµβάνει επαρκώς υπόψη της ότι τα θρησκευτικά σύµβολα πολύ συχνά αναπτύσσουν µια ισχυρή πολιτιστική διάσταση, η οποία υπερβαίνει τον θρησκευτικό τους χαρακτήρα.
Ο Παρθενώνας και η Αγία Σοφία λ.χ. είναι ναοί αφιερωµένοι σε διαφορετικές θρησκείες και, εντούτοις, ενώνουν όλους τους Έλληνες και θαυµάζονται από όλους τους λαούς, αποτελώντας στοιχεία της παγκόσµιας πολιτιστικής κληρονοµιάς. Το να σβήνεις όλα τα θρησκευτικά σηµάδια από τους δηµόσιους χώρους, είναι σαν να επιδιώκεις µια «καθαρή» και «αποστεωµένη» κοινωνία. Ωστόσο, η κάθε είδους καθαρότητα, είτε ιδεολογική, είτε πολιτική, είτε θρησκευτική, είναι επικίνδυνη και ανιστόρητη.
Συνεχεια Αναγνωσης
Βεβαίως είναι πολύ σηµαντικό να γίνεται σεβαστή η θρησκευτική ελευθερία σε όλες της τις εκφάνσεις. Άλλωστε, η εξάλειψη όλων των διακρίσεων λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελεί συνταγµατική επιταγή. Άλλο όµως είναι αυτό και άλλο είναι µια άκρατη εκκοσµίκευση, η οποία τείνει να αφαιρέσει κάθε θρησκευτικό σύµβολο από τους δηµόσιους χώρους, ακόµα και όταν εκπέµπουν προεχόντως ηθικούς και αξιακούς συµβολισµούς που ξεπερνούν τα όρια µιας θρησκείας. Ο θρησκευτικά αποστειρωµένος δηµόσιος χώρος αφαιρεί από την ήδη αποστειρωµένη ζωή µας τους συµβολισµούς, το συναίσθηµα και τις πολιτισµικές αναφορές του κάθε τόπου. Η εικόνα λ.χ. του Χριστού στα δικαστήρια δεν σηµαίνει ότι όλοι οι δικαστές, όλοι οι δικηγόροι και όλοι οι παριστάµενοι στο ακροατήριο είναι χριστιανοί. Το µόνο που µπορεί να σηµαίνει σε µια έννοµη τάξη θρησκευτικής ελευθερίας όπως η Ελλάδα, είναι ότι το δικαστήριο πρέπει να δικάζει µε βάση την αρχή της επιείκειας και ότι και «οι κρίνοντες κρίνονται». Με άλλα λόγια ότι ο δικαστής δεν µπορεί να αισθάνεται σαν ένας «παντοδύναµος Θεός».
Υπάρχει και κάτι άλλο: Η αφαίρεση κάθε θρησκευτικού συµβόλου από τους δηµόσιους χώρους συµβάλλει σε µια κακώς νοούµενη παγκοσµιοποίηση, µε περαιτέρω συνέπεια την αποδυνάµωση της ξεχωριστής ιστορικής µνήµης του κάθε λαού. Στην Ελλάδα λ.χ., η χριστιανική θρησκεία αποτελούσε το συνεκτικό στοιχείο των Ελλήνων, οι οποίοι επαναστάτησαν το 1821 και δηµιούργησαν το νέο Ελληνικό Κράτος τη δεκαετία του 1830. Το στοιχείο της θρησκείας (του ορθόδοξου δόγµατος), ως συνδετικού κρίκου των επαναστατηµένων Ελλήνων, ήταν συχνά πολύ πιο σηµαντικό ακόµη και από το στοιχείο της γλώσσας ή της καταγωγής. ∆εν είναι τυχαίο ότι στα πρώτα επαναστατικά Συντάγµατα (1822, 1823, 1827) ως Έλληνας οριζόταν ο Χριστιανός που κατοικούσε στην Ελλάδα, ενώ ακόµη και σήµερα το ελληνικό Σύνταγµα αρχίζει µε την επίκληση της Αγίας Τριάδας και καθορίζει την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως «επικρατούσα» (αν όχι και επίσηµη) θρησκεία.
Α λλο όµως είναι το πιο σηµαντικό: Τα θρησκευτικά σύµβολα, όπως αποτυπώνονται στον δηµόσιο χώρο και ιδίως στα δηµόσια κτίρια, µπορούν να χρησιµεύσουν ως µέσο ιστορικής µνήµης όσον αφορά τη διαδοχή πολιτισµών και θρησκειών και, κατ’ επέκταση, ως µέσο ανεκτικότητας και άµβλυνσης της µισαλλοδοξίας. Αρκεί βέβαια να αναδειχθεί η διάστασή τους αυτή, κάτι που είναι προεχόντως θέµα Παιδείας. Ένα παράδειγµα: Στο «Βουλευτικό» του Ναυπλίου λειτούργησε για πρώτη φορά η Βουλή των Ελλήνων µετά την Επανάσταση του 1821. Πρόκειται για ένα κτίριο που ανεγέρθηκε και λειτούργησε αρχικά ως τζαµί, όπως προκύπτει από το βαθούλωµα στη µία πλευρά του κυκλικού κτιρίου. Πρόκειται για την ιερή κόγχη του ισλαµικού τεµένους (µιχράµπ) µε προσανατολισµό προς τη Μέκκα. ∆εν είναι πολύ όµορφο να διατηρείται ένα τέτοιο θρησκευτικό σύµβολο µιας άλλης θρησκείας σε ένα από τα πιο σηµαντικά κτίρια της, κατά πλειοψηφία, χριστιανικής Ελλάδας; Συµπερασµατικά, η πολεµική εναντίον των θρησκευτικών συµβόλων σε δηµόσιους χώρους στην απολυτότητά της παραγνωρίζει την προαναφερθείσα ενοποιητική και συµπεριληπτική τους διάσταση και συντηρεί, έστω και ασυναίσθητα, κοινωνικές διαµάχες χωρίς πρακτική σηµασία.
Νίκος Βέττας
Γενικός ∆ιευθυντής ΙΟΒΕ
Καθηγητής Οικονοµικού Πανεπιστηµίου Αθηνών
Υψηλές δυνατότητες
σε χαµηλή τροχιά
Η διαµόρφωση του περιβάλλοντος της χώρας, που σταδιακά εµφανίζει νέες προκλήσεις και κινδύνους, δηµιουργεί την ανάγκη εκτίµησης ορισµένων σταθερών χαρακτηριστικών και µεσοπρόθεσµων προοπτικών. Ταυτόχρονα, κλείνει µια περίοδος µετά την ολοκλήρωση των µνηµονίων και στην οποία υπήρξε έντονη ανάκαµψη και σταθεροποίηση της οικονοµίας, αλλά χωρίς να είναι σαφές πώς αυτή µπορεί να ακολουθηθεί από ισχυρή ανάπτυξη µεσοπρόθεσµα.
Μέρος του προβληµατισµού προέρχεται από το ότι η µεγέθυνση του εθνικού εισοδήµατος, τουλάχιστον το τελευταίο διάστηµα αλλά και γενικότερα, σχετίζεται περισσότερο µε αυξοµειώσεις των παραγωγικών συντελεστών και λιγότερο µε αύξηση της παραγωγικότητας και νέες τεχνολογίες. Υπάρχουν πολλά θετικά που µπορούν να ειπωθούν για τη σταθερότητα στη χώρα, από τη Μεταπολίτευση και µετά, σε θεσµικό, πολιτικό και οικονοµικό επίπεδο.
Αυτή έχει εµπεδωθεί σε συνάφεια και µε τη συµµετοχή στους ευρωπαϊκούς θεσµούς όπως και αυτοί εξελίσσονται. Σε σύγκριση µε πολλές άλλες, στη χώρα µας έχει καταγραφεί συνέχεια θεσµών, πολιτική εξέλιξη και αντιπαράθεση εντός ορίων, και οικονοµικοί κανόνες που δεν µεταβάλλονται στην ουσία. Η σταθερότητα αυτή δοκιµάστηκε έντονα κατά τη δεκαετή κρίση χρέους, επιδείχθηκαν όµως σχετικές αντοχές, ακολουθούµενες πιο πρόσφατα από αξιοσηµείωτη σταθεροποίηση.
Συνεχεια Αναγνωσης
Η σταθερότητα έχει αποδώσει διαχρονικά ένα σηµαντικό οικονοµικό και κοινωνικό µέρισµα, µε το επίπεδο ευηµερίας και διάφορους κοινωνικούς δείκτες, όπως στην υγεία και το µορφωτικό επίπεδο, να ανέρχονται. Όµως, αντίθετα ίσως από ό,τι θα περίµενε κανείς, δεν έχει καταστήσει τη χώρα ένα ελκυστικό κέντρο για ανθρώπους και κεφάλαια, ούτε έχει οδηγήσει µακροπρόθεσµα σε ισχυρή δυναµική ανάπτυξης. Συγκρινόµενη µε περιπτώσεις άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, που πριν από λίγες δεκαετίες υστερούσαν από τη δική µας, όπως η Ιρλανδία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, αλλά και πολλές από την πρώην ανατολική Ευρώπη που ξεκινούσαν από πολύ χαµηλή βάση, η δική µας δυναµική έχει υπάρξει ασθενέστερη. Αυτό καταδεικνύεται µε µια σύγκριση του κατά κεφαλήν εισοδήµατος σταθµισµένου µε το κόστος διαβίωσης, όπως και από τη σχετική ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών που αντανακλάται σε εξωτερικά ελλείµµατα.
Π αρά, λοιπόν, τη σταθεροποίηση σε επίπεδα ικανοποιητικά όσον αφορά παγκόσµιες συγκρίσεις, η χώρα δεν έχει διαχρονικά εκµεταλλευτεί τις ευκαιρίες που δηµιουργεί το σταθερό της ευρωπαϊκό πλαίσιο ώστε να ανεβαίνει συστηµατικά. Ποιες µπορεί να είναι επιµέρους πτυχές και αιτίες; Μια κρίσιµη διάσταση αφορά το µέγεθος για την εσωστρέφεια, στοιχεία που σε έναν βαθµό αλληλεπιδρούν µεταξύ τους. Η χώρα έχει αφενός µεσαίο ευρωπαϊκό µέγεθος, αφετέρου είναι από τις περισσότερο εσωστρεφείς. Οι διαστάσεις αυτές µεταβάλλονται αντίθετα τα τελευταία χρόνια, µε τον πληθυσµό να µειώνεται σχετικά γρήγορα, αλλά την εξωστρέφεια να αυξάνεται σταδιακά, τουλάχιστον όσον αφορά τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Συστηµατικά, όµως, υπάρχει εγκλωβισµός σε µεσαία επίπεδα. Μια πολύ µικρότερη χώρα δεν θα είχε την πολυτέλεια να µην είναι πολύ ανοικτή, τουλάχιστον οικονοµικά, αλλά χρειάζεται µεγαλύτερο µέγεθος ώστε να επιτευχθούν οικονοµίες κλίµακας, καινοτοµία και δυναµισµός. Στην αρχή του πιο πρόσφατου διαστήµατος, αµέσως µετά τα µνηµόνια, η «Έκθεση Πισσαρίδη» επεσήµαινε πως η συνολική εξαγωγική επίδοση της χώρας κινείται µόλις στο µισό από άλλες ευρωπαϊκές ανάλογου µεγέθους και, ταυτόχρονα, πως υπάρχουν διαχρονικά εµπόδια που εµποδίζουν τις µικρές επιχειρήσεις να γίνουν µεσαίες και τις µεσαίες να γίνουν µεγάλες, ώστε να αυξήσουν την παραγωγικότητα και τα εισοδήµατα που δηµιουργούν.
Η επιχειρηµατικότητα και η εργασία στη χώρα, παρά την πρόοδο, ακόµη κινείται λιγότερο σε δραστηριότητες υψηλής αξίας από άλλες χώρες που θέλουµε να πλησιάσουµε. Σύµφυτο χαρακτηριστικό είναι και το συγκριτικά υψηλότερο µέρος της οικονοµίας που λειτουργεί άτυπα. Κρίσιµο είναι πως ο δηµόσιος τοµέας έχει µεγαλύτερο µέγεθος και χαµηλότερη αποτελεσµατικότητα από το επιθυµητό και, ιδίως µέσα από συστήµατα περίπλοκων κανόνων, το κράτος, κεντρικά ή περιφερειακά, τείνει να επιβραβεύει περισσότερο όσους διαρθρώνονται µε αυτό και λιγότερο όσους δηµιουργούν αξία. Μια κοµβική πτυχή είναι στο σύστηµα εκπαίδευσης, που επίσης διαχρονικά αντανακλά πολλά εσωστρεφή χαρακτηριστικά παρά λειτουργεί ως εφαλτήριο προόδου και υψηλής δηµιουργικότητας για τους νέους;
Π έρα λοιπόν από την πρόσφατη σταθεροποίηση, µπορεί να υπάρξει υψηλότερος δυναµισµός; Περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις που θα επεκταθούν πολυεθνικά ή θα είναι έντονα εξαγωγικές; Έρευνα και ανάπτυξη τεχνολογιών αιχµής; Προσέλκυση δυναµικών εργαζοµένων και επιστηµόνων υψηλής εξειδίκευσης από το εξωτερικό; Υψηλή συµµετοχή ερευνητών κύρους και αλλοδαπών φοιτητών στο εκπαιδευτικό µας σύστηµα; Για να συµβούν αυτά θα πρέπει να υπάρξει συνδυασµός της σταθερότητας µε αλλαγή των κινήτρων, ώστε να µην κατευθύνονται οι ανθρώπινοι και φυσικοί πόροι κυρίως στην εξυπηρέτηση και ενίσχυση επιµέρους εγχώριων συστηµάτων, αλλά, στηριζόµενοι σε αδιαµφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήµατα, στον διεθνή ανταγωνισµό και ένα παγκόσµιο ακροατήριο.
Γιώργος Κυριακόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου
Αναπληρωτής Κοσμήτορας Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Το Διάστημα ως «κατώφλι
της ανθρωπότητας»
Η εκτόξευση, από τη Σοβιετική Ένωση, του πρώτου τεχνητού δορυφόρου (Sputnik-1), στις 4 Οκτωβρίου 1957, και η θέση του σε χαµηλή ελλειπτική γήινη τροχιά, εγκαινίαζε, εκ των πραγµάτων, τη ∆ιαστηµική Εποχή της Ανθρωπότητας. Μετά το επίτευγµα αυτό, οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές: 3 Νοεµβρίου 1957, η Λάικα, ένα σκυλάκι από τους δρόµους της Μόσχας, γίνεται ο πρώτος ζων οργανισµός που τέθηκε σε τροχιά. 12 Απριλίου 1961, ο κοσµοναύτης Yuri Gagarin υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος στο ∆ιάστηµα. 12 Σεπτεµβρίου 1962, ο Αµερικανός Πρόεδρος John F. Kennedy εκφωνεί µια ιστορική οµιλία στο Rice Stadium του Houston, υποσχόµενος την αποστολή ανθρώπων στη Σελήνη, κάτι που τελικά επιτυγχάνεται στις 20 Ιουλίου 1969, µε την προσελήνωση του Apollo 11 και τα πρώτα βήµατα του Neil Armstrong επί της Σελήνης.
Στη δεκαετία του '60, η Ανθρωπότητα ζει το διαστηµικό της όνειρο µε µια πρωτόγνωρη ένταση, έχοντας κάνει, όπως είπε ο Armstrong, «That's one small step for a man, one giant leap for mankind». Κάποιοι, βεβαίως -και δικαιολογηµένα-, θα θυµηθούν ότι αυτή η συγκλονιστική εξέλιξη/κατάκτηση έχει τις ρίζες της σε αυτό που ονοµάστηκε «Race to the Moon», δηλαδή το διαστηµικό ανταγωνισµό των δύο τότε υπερδυνάµεων, των Ηνωµένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης.
Συνεχεια Αναγνωσης
Ο ανταγωνισµός αυτός απετέλεσε µια ακόµα διάσταση του Ψυχρού Πολέµου, στα πλαίσια του οποίου η κατάκτηση του ∆ιαστήµατος µπορούσε να προσφέρει σηµαντικό στρατιωτικό πλεονέκτηµα (χρήση δορυφόρων για στρατιωτικούς σκοπούς, σχέδια για στρατιωτικές βάσεις στη Σελήνη), περαιτέρω δε συνιστούσε αδιαµφισβήτητη απόδειξη των τεχνολογικών και επιστηµονικών δυνατοτήτων των δυο υπερδυνάµεων της εποχής. Γι’ αυτό, εξάλλου, και η «κατάκτηση» της Σελήνης, από τους Αµερικανούς, το 1969, µειώνει την ένταση και αναστέλλει τη «διαστηµική φρενίτιδα» των προηγουµένων ετών.
Τι συνέβη έκτοτε στο ∆ιάστηµα; Αρκετά, αλλά σίγουρα όχι όσα προσδοκούσαµε εκείνα τα µαγικά χρόνια του '60. Ο Άνθρωπος δεν ξαναπήγε στη Σελήνη (σήµερα, το πρόγραµµα Artemis των ΗΠΑ και αντίστοιχοι σχεδιασµοί της Κίνας υπόσχονται να το πραγµατοποιήσουν και πάλι, περί το τέλος της δεκαετίας), η δε εξερεύνηση του ∆ιαστήµατος (space exploration) προωθήθηκε µάλλον αναιµικά, σε σύγκριση µε τα πεπραγµένα της «ένδοξης» εποχής του ‘60, κυρίως µέσω µη επανδρωµένων διαστηµικών συσκευών (Pioneer, Voyager, Galileo, κλπ.). Σήµερα, µετά την έντονη διείσδυση του ιδιωτικού τοµέα στα διαστηµικά πράγµατα (Space X, Blue Origin, Rocket Lab, κ.λπ.), η έµφαση δίνεται στη «διαστηµική εκµετάλλευση» (space exploitation). To ∆ιάστηµα, πλέον, επηρεάζει καθοριστικά την καθηµερινότητα όλων µας, µέσα από καινοτόµες εφαρµογές και δραστηριότητες, όπως οι τηλεπικοινωνίες µέσω δορυφόρου, το Παγκόσµιο ∆ορυφορικό Σύστηµα Πλοήγησης (GNSS), η δορυφορική µετεωρολογία ή η διαστηµική χαρτογράφηση. Περαιτέρω, ο ιδιωτικός τοµέας ήδη οραµατίζεται την παροχή υπηρεσιών «διαστηµικού τουρισµού» ή, κάπου στο ορατό µέλλον, την εξόρυξη και εκµετάλλευση ορυκτών πόρων από τα ουράνια σώµατα. Παράλληλα, τα κράτη «κρυφοκοιτάζουν» προς τη χρήση του ∆ιαστήµατος για στρατιωτικούς σκοπούς.
Φ αίνεται λοιπόν πως το ∆ιάστηµα εξελίσσεται σήµερα προς «µια ακόµα δραστηριότητα», µε κυρίαρχη οπτική την εµπορική εκµετάλλευση ή τη στρατιωτική χρήση – κάτι που σηµαίνει ότι το «πνεύµα της εξερεύνησης», που ήταν πρόδηλο στα χρόνια του ’60, έχει χαθεί. Μαζί µε αυτό, φαίνεται να έχει πλέον απολεσθεί εκείνη η αίσθηση, ότι η Ανθρωπότητα, ανοίγοντας πλέον τα φτερά της προς άλλους κόσµους και άλλους πλανήτες, άλλαζε και επίπεδο. Περνούσε σε µια φάση, όπου, πλέον, θα έπρεπε να κυριαρχήσει η αίσθηση ενός «Πλανητικού Χωριού», η αποδυνάµωση των κρατικών ανταγωνισµών, η συνειδητοποίηση ότι είµαστε όλοι «Γήινοι», ότι, ατενίζοντας το Σύµπαν και τα εκατοµµύρια των Κόσµων του… είµαστε όλοι Ένα. Η Ενότητα, στη θέση του ∆ιαχωρισµού. Η Συνεργασία, στη θέση της Αντιπαράθεσης. Η ειρωνεία δε είναι ότι ο αµοιβαίος φόβος των ΗΠΑ και της ΕΣΣ∆ ότι οι «απέναντι» θα µπορούσαν να αποκτήσουν προβάδισµα στο ∆ιάστηµα, ακόµα και να οικειοποιηθούν τη Σελήνη, διευκόλυνε µια συµφωνία τους επί ενός συνόλου «ευγενών» -και προχωρηµένων, όχι µόνο για την εποχή τους αλλά και για σήµερα- νοµικών αρχών, που αποτελούν τo θεµέλιο του ∆ικαίου του ∆ιαστήµατος και περιλαµβάνονται στη Συνθήκη για το ∆ιάστηµα του 1967: ελευθερία εξερεύνησης και χρήσης του ∆ιαστήµατος (το οποίο αποτελεί «κοινό πεδίο της ανθρωπότητας» - province of mankind) από όλα τα κράτη χωρίς διακρίσεις· αρχή της µη οικειοποίησης του ∆ιαστήµατος· χρήση της Σελήνης και άλλων ουράνιων σωµάτων αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς· απαγόρευση της χρήσης όπλων µαζικής καταστροφής στο ∆ιάστηµα· τη διάσωση και την επιστροφή αστροναυτών που βρίσκονται σε κίνδυνο· διατήρηση και προστασία του περιβάλλοντος, τόσο της Γης όσο και του ∆ιαστήµατος.
Τ ο σηµαντικό είναι ότι οι αρχές αυτές, οι οποίες τελούν σε απόλυτη αρµονία µε το όραµα της µετεξέλιξης του πολιτισµού µας από µια κοινωνία κρατών σε µια ενιαία, χωρίς διαχωρισµούς, Ανθρωπότητα (έτσι ώστε να ανοιχτούµε προς τα αστέρια ως παιδιά του κοινού πλανήτη µας) είναι πάντοτε εν ισχύει, παρά το ότι «το πνεύµα του ‘60» έχει ξεθωριάσει. Υπό την επίδρασή τους, το 2021, η Αίγυπτος κατέθεσε πρόταση στη Νοµική Υποεπιτροπή της Επιτροπής του ΟΗΕ για τις Ειρηνικές Χρήσεις του ∆ιαστήµατος (COPUOS), «για τη διαστηµική κουλτούρα, (ως) µια νέα εποχή για τον ανθρώπινο πολιτισµό». Η πρόταση δεν προχώρησε, ίσως δε από πολλούς να θεωρήθηκε αφελής. Κατάφερε, ωστόσο, να δείξει ότι το Όραµα της Ανθρωπότητας είναι πάντα εδώ, κόντρα στο σκοτάδι που πλεονάζει στις διεθνείς σχέσεις της εποχής µας. Η επιστροφή του φωτός θα είναι αυτή που θα καθορίσει αν και σε ποιο βαθµό τα κράτη µπορούν τελικά να ωριµάσουν προς µια κοινή οικουµενική προοπτική, ως αποτέλεσµα αλλά και ως αναγκαιότητα της ουσιαστικής προώθησης της ∆ιαστηµικής Περιπέτειας της Ανθρωπότητας. Ίσως αυτό καταστεί νοµοτελειακά απαραίτητο όταν απέναντί µας εµφανιστούν κάποια στιγµή… οι Άλλοι.
Δρ Έλενα Λαζάρου
Γενική Διευθύντρια του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής
και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)
Αλληλεγγύη στην εποχή
της Τ.Ν.: Μια έννοια
για τον κόσμο που έρχεται
Η αλληλεγγύη υπήρξε για αιώνες µια από τις πιο θεµελιώδεις έννοιες της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης. Από τις κοινωνικές θεωρίες του 19ου αιώνα έως τα µεταπολεµικά κράτη πρόνοιας, η ιδέα ότι οι κοινωνίες οφείλουν να στηρίζονται αµοιβαία αποτέλεσε θεµέλιο της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης. Στον 21ο αιώνα, ωστόσο, η αλληλεγγύη εισέρχεται σε ένα νέο ιστορικό πεδίο: εκείνο της τεχνητής νοηµοσύνης, της παγκόσµιας διασύνδεσης και των πολλαπλών γεωπολιτικών µεταβάσεων.
Το ερώτηµα πλέον δεν είναι µόνο πώς οργανώνεται η κοινωνική αλληλεγγύη µέσα στα κράτη, αλλά πώς µπορεί να υπάρξει αλληλεγγύη σε έναν πλανήτη όπου η τεχνολογία µετασχηµατίζει τις ίδιες τις συνθήκες της πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ίσως το πιο προχωρηµένο πολιτικό πείραµα θεσµοποίησης της αλληλεγγύης σε υπερεθνικό επίπεδο. Η έννοια αυτή διαπερνά το ευρωπαϊκό οικοδόµηµα σε πολλαπλά επίπεδα: από την οικονοµική συνοχή και τα διαρθρωτικά ταµεία έως τις κοινές πολιτικές για το περιβάλλον, τη µετανάστευση και την κοινωνική προστασία.
Στο επίπεδο της ασφάλειας, η ρήτρα αµοιβαίας συνδροµής του άρθρου 42, παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί µια ιδιαίτερα ισχυρή έκφραση αυτής της αρχής, προβλέποντας ότι τα κράτη-µέλη οφείλουν να συνδράµουν ένα άλλο κράτος σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Ωστόσο, η σηµασία της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης δεν εξαντλείται στα παραπάνω. Αντιθέτως, η πραγµατική της καινοτοµία βρίσκεται στην προσπάθεια δηµιουργίας µιας πολιτικής κοινότητας πέρα από τα όρια του έθνους-κράτους.
Συνεχεια Αναγνωσης
Στην πράξη, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτέλεσε µια διαρκή άσκηση αναζήτησης ισορροπίας µεταξύ εθνικής κυριαρχίας και συλλογικής ευθύνης. Σήµερα, καθώς η διεθνής σκηνή χαρακτηρίζεται από νέες εντάσεις -από την κρίση στη Μέση Ανατολή έως τις µεταβολές στο παγκόσµιο σύστηµα ισχύος- η έννοια της αλληλεγγύης επιστρέφει στο επίκεντρο των πολιτικών συζητήσεων (για παράδειγµα όσον αφορά την πιθανή ενεργοποίηση του προαναφερθέντος άρθρου 42.7 από την Κύπρο). Η συζήτηση περί αλληλεγγύης, όµως, δεν αφορά µόνο τις κυβερνήσεις. Αφορά βαθύτερα το ερώτηµα του πώς θα οργανωθεί η πολιτική κοινότητα στον κόσµο των επόµενων δεκαετιών. Οι τεχνολογικές εξελίξεις επιταχύνουν αυτή τη µετάβαση. Η τεχνητή νοηµοσύνη εκτιµάται ότι µπορεί να προσθέσει έως και 13 τρισεκατοµµύρια δολάρια στην παγκόσµια οικονοµία µέσα στην επόµενη δεκαετία, ενώ νέες µορφές αυτοµατοποίησης θα µετασχηµατίσουν την εργασία, την παραγωγή και τη γνώση. Ο πλανήτης του 2045 πιθανότατα θα είναι οικονοµικά ισχυρότερος, ψηφιακά πιο διασυνδεδεµένος και κοινωνικά πιο περίπλοκος. Σε έναν τέτοιο κόσµο, η αλληλεγγύη δεν µπορεί να παραµείνει µόνο ένα εργαλείο αναδιανοµής πόρων. Θα χρειαστεί να εξελιχθεί σε κάτι βαθύτερο: σε µια πολιτισµική και γνωσιακή υποδοµή που επιτρέπει στις κοινωνίες να κατανοούν η µία την άλλη. Η πρόκληση της εποχής µας δεν είναι απλώς η σύγκρουση συµφερόντων αλλά η διάλυση των κοινών πλαισίων κατανόησης. Πολιτικοί χώροι δεν επικοινωνούν µεταξύ τους, κοινωνίες ζουν σε διαφορετικά πληροφοριακά σύµπαντα και ο δηµόσιος λόγος γίνεται όλο και πιο κατακερµατισµένος. Σε αυτή τη συνθήκη, η τεχνητή νοηµοσύνη µπορεί να διαδραµατίσει έναν απρόσµενο ρόλο. Πέρα από την οικονοµική της σηµασία, µπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαµεσολάβησης µεταξύ διαφορετικών πολιτικών και πολιτισµικών κόσµων. Μέσα από την ανάλυση µεγάλων ποσοτήτων δεδοµένων και λόγου, η τεχνητή νοηµοσύνη µπορεί να εντοπίζει περιοχές σύγκλισης εκεί όπου η πολιτική αντιλαµβάνεται µόνο αντιπαράθεση. Μπορεί να λειτουργήσει ως µηχανισµός µετάφρασης - όχι µόνο γλωσσικής αλλά και ιδεολογικής.
Ωστόσο, η πραγµατική µεταµόρφωση της έννοιας της αλληλεγγύης ίσως προέρχεται από τις νέες γενιές. Οι σηµερινοί νέοι πολίτες της Ευρώπης και του κόσµου µεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου τα σύνορα είναι πιο διαπερατά ψηφιακά, όπου οι κρίσεις -κλιµατικές, υγειονοµικές, τεχνολογικές- είναι εγγενώς παγκόσµιες και όπου η ταυτότητα συχνά διαµορφώνεται µέσα από δίκτυα και όχι µόνο µέσα από κράτη. Για τις γενιές αυτές, η αλληλεγγύη ενδέχεται να µην είναι απλώς µια ηθική υποχρέωση αλλά µια αυτονόητη µορφή συλλογικής επιβίωσης.
Α ν η Ευρώπη του 20ού αιώνα οικοδοµήθηκε πάνω στην υπόσχεση της ειρήνης και της ευηµερίας, η Ευρώπη του 21ου αιώνα ίσως χρειαστεί να οικοδοµηθεί πάνω σε µια νέα έννοια αλληλεγγύης: όχι µόνο µεταξύ κρατών, αλλά µεταξύ κοινωνιών, γενεών και τεχνολογικών κόσµων. Σε έναν πλανήτη που γίνεται ταυτόχρονα πιο ισχυρός και πιο εύθραυστος, η αλληλεγγύη µπορεί να αποδειχθεί όχι απλώς µια ηθική αξία, αλλά µια από τις βασικές προϋποθέσεις του µέλλοντος της ανθρώπινης συµβίωσης.
Θεόδωρος Παπαγιάννης
Γλύπτης
Ομότιμος Καθηγητής ΑΣΚΤ Αθηνών
Δημιουργός του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης «Θεόδωρος Παπαγιάννης»
Αισθητική
των πόλεων
Ε χω πολλές φορές αναρωτηθεί γιατί είναι τόσο αντιαισθητικές οι πόλεις µας. Σε µία χώρα που η τέχνη έφτασε σε τέτοια ύψη, που γέµισε όλα τα µεγάλα µουσεία του κόσµου, που επέβαλε ρυθµούς απ’ άκρου εις άκρον της γης, πώς παραµένουν τόσο άσχηµες. Κι αν δεν υπήρχαν οι αδερφοί Hansen ή ο Τσίλερ να δηµιουργήσουν κάποια σπουδαία κτίρια, τι θα είχαµε να επιδείξουµε;
Σε µία χώρα που όπου και να σκάψεις ξεθάβεις αριστουργήµατα, πώς ανεχόµαστε να πατάµε αυτή τη γη στεγνή από τέχνη, χωρίς ρυµοτοµία, σε τέλεια αναρχία; Ξέρω ότι υπάρχουν πολλές αιτίες που µας οδήγησαν σε αυτό το χάλι, αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν εννοούµε να γίνουµε καλύτεροι. Π ριν από πολλά χρόνια είχε γίνει στους ∆ελφούς ένα συνέδριο µε θέµα: «Αισθητική των πόλεων και πολιτική παρεµβάσεων».
Έγιναν χρήσιµες εισηγήσεις που έµειναν στα λόγια. Η δική µου εισήγηση ήταν πώς µια πόλη µπορεί να αποκτήσει έργα τέχνης µε λίγα χρήµατα. Αφού δεν περνάει από το µυαλό των ∆ηµάρχων ότι το έργο τέχνης αναβαθµίζει έναν τόπο µε την παρουσία του, πρότεινα τον θεσµό των Συµποσίων Γλυπτικής, έναν διεθνή θεσµό χάρη στον οποίο πολλές χώρες απέκτησαν έργα τέχνης µε λίγα χρήµατα γιατί οι καλλιτέχνες παίρνουν µια ελάχιστη, σχεδόν συµβολική αµοιβή, δηµιουργώντας ένα γλυπτό.
Ο θεσµός αυτός επινοήθηκε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Με δεδοµένο ότι χρειάζονται πολλά χρήµατα να αγοραστεί ένα γλυπτό και µε τη διαπίστωση ότι οι ∆ήµαρχοι δεν είναι διατεθειµένοι να δώσουν χρήµατα για την τέχνη, εκτός βέβαια από προτοµές παπάδων και στρατηγών ή κάποιων σηµαντικών προσωπικοτήτων, έργα τα οποία τις περισσότερες φορές είναι κακόγουστα.
Συνεχεια Αναγνωσης
Εγώ όµως δεν µιλάω γι’ αυτά, µιλάω για έργα τέχνης που είναι επιλεγµένα από σηµαντικούς καλλιτέχνες και που έγιναν µε την ελεύθερη βούλησή τους και αφού έλαβαν υπόψη τον τόπο που θα τοποθετηθούν, έγιναν µε σεβασµό για το περιβάλλον και σε συνεργασία µε αρχιτέκτονες του χώρου, έτσι που να εναρµονίζονται µε το περιβάλλον, να το αναβαθµίζουν και να παίζουν τον παιδευτικό τους ρόλο για τον πολίτη. Η τέχνη µπορεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων. Η αληθινή «πρόσληψη» ενός καινούργιου έργου είναι το ίδιο δηµιουργική µε τη δηµιουργία, θα πει κάπου ο Καστοριάδης. Κάποιοι από εµάς τους γλύπτες που αισθανόµαστε το βάρος της παράδοσής µας προσπαθήσαµε. Απευθυνθήκαµε σε ∆ηµάρχους, προσφερθήκαµε να δουλέψουµε µε ελάχιστη αµοιβή, δηµιουργήσαµε έργα τέχνης σε ανθεκτικά υλικά κατάλληλα για τον δηµόσιο χώρο και τα τοποθετήσαµε σε νευραλγικά σηµεία των πόλεων. Με τον τρόπο αυτό θέλαµε να βάλουµε την τέχνη στη ζωή του πολίτη. ∆ουλεύαµε σε ανοιχτούς χώρους µπροστά µάτια των θεατών - επισκεπτών. Θέλαµε να δουν την προσπάθεια του καλλιτέχνη να δηµιουργεί το έργο τέχνης, να παλεύει µε το υλικό. Ήταν πολύ ελκυστικό να βλέπεις την προσπάθεια ενός καλλιτέχνη να βρει τη σωστή ισορροπία ανάµεσα στα σχήµατα, τους όγκους, το φως, τον χώρο - ιδεατό ή πραγµατικό.
Εκεί έβλεπες και την απουσία της εξοικείωσης µε το έργο τέχνης. Οι περισσότεροι που ρωτούσαν «τι είναι αυτό;» ήθελαν µία γρήγορη απάντηση και να φύγουν. ∆εν ήταν διατεθειµένοι να σταθούν, να παρατηρήσουν αυτό που έκανε ο καλλιτέχνης. Οι καλλιτέχνες εµείς όλοι από την άλλη, απαντούσαµε «εσύ τι βλέπεις;» και έτσι άρχιζε ένας διάλογος µε τον θεατή. Έβλεπες όµως και το αδιέξοδο. Όταν δεν βλέπεις τέχνη, είναι δύσκολο να εξοικειωθείς µαζί της και να κάνεις διάλογο. Τέτοια συµπόσια έγιναν αρκετά σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου. Όταν τελείωναν τα έργα και ερχόταν η µέρα της τοποθέτησης, άρχιζαν πάλι τα προβλήµατα. ∆εν βρίσκαµε κατάλληλο χώρο να τα τοποθετήσουµε, γιατί το κάθε έργο τέχνης, ειδικά αν πρόκειται για γλυπτική, θέλει το κατάλληλο περιβάλλον για να παίξει τον παιδευτικό του ρόλο και για να αναδειχθεί, να έχει τη σωστή ακτίνα όρασης, να λειτουργεί στον χώρο. Εκεί έβλεπες µε πόση αναρχία είχαµε χτίσει τις πόλεις µας. Σχεδόν δεν δέχονταν ένα έργο τέχνης γιατί δεν είχε υπάρξει µέριµνα γι’ αυτό.
Α λλά αυτές είναι οι πόλεις µας, και σήµερα ακόµα που ξοδεύονται πολλά χρήµατα για τις αναµορφώσεις, ελάχιστες είναι προς το καλύτερο. Τα έργα τέχνης δεν είναι επιλέξιµα (!!!) ισχυρίζονται, η αλήθεια όµως είναι ότι δεν τα αναζητούν παρά µόνο ελάχιστοι που τους ενδιαφέρει πραγµατικά η τέχνη. Συµπέρασµα: χρειάζεται ειδική πολιτική για την αισθητική αναβάθµιση. Ένα τέτοιο παράδειγµα είχαµε µε την πολιτική της Μελίνας Μερκούρη όταν διετέλεσε υπουργός Πολιτισµού. Τόσο ο θεσµός των δηµοτικών θεάτρων όσο και το 1% για καλλιτεχνικά έργα στα δηµόσια κτίρια, ήταν πολύ σωστά µέτρα. Κάποιοι προλάβαµε κάτι να κάνουµε, αλλά σύντοµα η πολιτική αυτή σταµάτησε. Έτσι, βλέπουµε δηµόσια κτίρια, σχολεία, πανεπιστήµια χωρίς πρόβλεψη ενός έργου τέχνης. Πώς περιµένουµε να βελτιώσουµε την αισθητική του περιβάλλοντός µας αν δεν υπάρχει το έργο τέχνης, όπως συµβαίνει σε άλλες χώρες; Και παραδείγµατα έχουµε πολλά για το πώς θα εξοικειωθούµε και πώς θα τα αγαπήσουµε. Γι’αυτό και τα ελάχιστα που υπάρχουν δεν µένουν χωρίς ρύπους, χωρίς βανδαλισµούς. Στην Αρχαιότητα, που αναπτύχθηκε αυτός ο µεγάλος πολιτισµός, τα έργα τέχνης υπήρχαν παντού στα γυµναστήρια, στην αγορά, στα άλση, στα ιερά. Αφήνω τις άλλες τέχνες όπως το θέατρο και τη µουσική. Εδώ σε αυτόν τον τόπο που πατάµε έγιναν όλα αυτά τα θαυµαστά πράγµατα, δεν φαίνεται όµως να το έχουµε συνειδητοποιήσει, δεν έχουµε αντιληφθεί ότι το αντίθετο της τέχνης είναι η βαρβαρότητα. Η γνώση της ζωής µε τα µέσα της τέχνης γονιµοποιεί τη δηµιουργική φαντασία και βοηθάει τον άνθρωπο να βλέπει την οµορφιά της. Αξίζει να τονιστεί ότι η εκφραστική δύναµη της τέχνης δεν ικανοποιεί µόνο την ανάγκη του ανθρώπου να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό του κόσµο, αλλά αποβαίνει πριν απ’ όλα η κοινωνική συνείδηση της κάθε εποχής. ∆ηµιουργώντας µια καλύτερη πόλη, δηµιουργείς και καλύτερους πολίτες.
Ισίδωρος Ζουργός
Συγγραφέας, Παιδαγωγός
Η γενιά
του «καλή συνέχεια»
Τ ις πρώτες φορές που έφτασε στ’ αυτιά µου, δεν έδωσα και ιδιαίτερη σηµασία. Όµως ύστερα από λίγο καιρό συνειδητοποίησα πως η ευχή «καλή συνέχεια» ήταν πια παρούσα σε όλες τις καθηµερινές συναλλαγές. Ακουγόταν κυρίως από νέους ανθρώπους - µε χαµόγελο και ευγένεια είναι η αλήθεια. Σε σύντοµο χρόνο το συνήθισαν µέσα από µια κοινωνική ώσµωση και οι µεγαλύτερες ηλικίες, όµως η λεγόµενη γενιά Ζ κρατάει την πρωτοκαθεδρία και το χρησιµοποιεί ως απαραίτητο ιδιόλεκτο σε κάθε συναναστροφή.
Καλή συνέχεια λοιπόν παντού, στα ταµεία του σούπερ µάρκετ, στους πάγκους των καφέ, στα εµπορικά καταστήµατα, στα διόδια… Έχει πια καθιερωθεί και στη γραφή ως κατακλείδα στην ηλεκτρονική αλληλογραφία και στα µηνύµατα. Α πό την πρώτη στιγµή φάνηκε πως είχαµε να κάνουµε µε έναν νεολογισµό. Αν και η φράση δείχνει να µην είναι ξενόφερτη, εν τούτοις όλα δείχνουν πως έλκει την καταγωγή της από το γαλλικό bonne continuation.
Η διάδοση αυτής της έκφρασης, δείχνει να έχει πάρει πια τον χαρακτήρα πανδηµίας. Το «καλή συνέχεια», ευχή σύντοµη και διόλου δεσµευτική, έχει συναφθεί για τα καλά στην καθηµερινότητά µας. Ισορροπώντας επιτυχηµένα ανάµεσα στην ευγένεια και στην οικειότητα, µια ευχή τελικά για όλες τις χρήσεις, έχει επιτύχει µε ένα εκπληκτικό τζαρτζάρισµα να εκτοπίσει παλαιότερες ευχές όπως στο καλό, στο επανιδείν, να έχετε µια όµορφη µέρα, καλό δρόµο…
Συνεχεια Αναγνωσης
Είναι γεγονός πως οι µεσήλικες έχουν συχνά µια δυσανεξία σε οποιαδήποτε διαφοροποίηση των στερεοτυπικών χρήσεων του λόγου. Είµαστε επιφυλακτικοί έως και εχθρικοί σε νεολογισµούς και γλωσσικά δάνεια. Καµιά φορά είµαστε και φοβικοί, καθώς έχουµε την αίσθηση πως αυτά τα δάνεια είναι έντοκα και ότι αυτός που τελικά πληρώνει τους τόκους είναι η µητρική µας γλώσσα. Στη συγκεκριµένη όµως περίπτωση νοµίζω πως η άρνηση έχει να κάνει µε την άποψη ότι πρόκειται για µια πρόχειρη και άτεχνη αντικατάσταση δοκιµασµένων στον χρόνο δικών µας λεκτικών σχηµάτων από µια έτοιµη διατύπωση, προερχόµενη από µια άλλη γλώσσα. Αυτή είναι µια εκτίµηση την οποία και σε µεγάλο βαθµό συµµερίζοµαι. Συµβαίνει στην καθηµερινή µας επικοινωνία να έχουµε την εντύπωση µιας εισβολής ή επί το µετριοπαθέστερο έναν απρόσκλητο επισκέπτη που στρογγυλοκάθεται αυθαίρετα στο τραπέζι µας.
Όµως στη δική µου συνολική αίσθηση γλώσσα δεν είναι µόνο το φώνηµα, ούτε µόνο η ανασκαφή στα σηµαινόµενα και η αναζήτηση της προέλευσης µιας φράσης. Στο όλο βίωµα της γλώσσας δεν µπορώ, ίσως ως ατοµική ιδιοτροπία, να αποκλείσω ως συντελεστές της αίσθησης τα πρόσωπα που µου απευθύνονται. Στη συγκεκριµένη περίπτωση βλέπουµε µπροστά µας κυρίως νιάτα, νεαρούς και νεαρές στην ηλικία των παιδιών µας, που σε πολλά χαρακτηριστικά τους είναι προφανώς µια βελτιωµένη έκδοση της δικής µας άχαρης γενιάς.
Π ροφανώς και δεν µπορούµε να κλείσουµε µια ολόκληρη γενιά σε ένα πλαίσιο από χαρακτηρισµούς, καθώς σε κάθε εποχή οι συνοµήλικοι διαφέρουν µεταξύ τους. Είναι γεγονός όµως ότι αυτά τα παιδιά µε την ποικιλόµορφη εµφάνιση (πολύ µου αρέσει αυτό) είναι πιο ευγενικά στις καθηµερινές τους συναναστροφές, χρησιµοποιούν µε µεγαλύτερη ευχέρεια τον ορθό λόγο από ένα πρωτόγονο θυµικό, κατανοούν και προσαρµόζονται καλύτερα σε ένα συλλογικό πλαίσιο. Η γενιά του καλή συνέχεια µπορεί να προτιµά το κινητό από το έντυπο βιβλίο, να χρησιµοποιεί άψογα την πλοήγηση δίχως να ρωτάει περαστικούς πώς θα βρει κάποιον δρόµο, αν και δίχως αυτό το δεύτερό τους ήµισυ κοιτώντας σ’ έναν παραδοσιακό χάρτη ίσως να αναζητούν την Καλαµάτα κάπου στον Έβρο… Μπορεί να επαναλαµβάνουν ένα οκέι σε κάθε παράγραφο, όµως έχουν ένα περίσσευµα από ευαισθησίες και δράσεις. Μιλάνε λιγότερο από τους φλύαρους boomers, δείχνουν να έχουν µια σπαρακτική εσωτερική ζωή και φροντίζουν τα αδέσποτα περισσότερο από τον οποιονδήποτε.
Τα παιδιά µας γεννήθηκαν σε έναν πολυερεθισµατικό κόσµο, στερούνται βεβαιοτήτων και προσπαθούν να ισορροπήσουν µέσα σε κατακλυσµιαίες αλλαγές. Ίσως είναι και η πρώτη γενιά στην ανθρώπινη Ιστορία που η συνέχειά της είναι τόσο απρόβλεπτη, κατά πολλούς µάλιστα και ζοφερή. Κλιµατική κρίση, παροξυσµός της τεχνολογίας και φόβοι για την τεχνητή νοηµοσύνη, επαναφορά του πολιτικού αυταρχισµού, εγκυµοσύνες συγκρούσεων και πολέµων. Ίσως τελικά θα πρέπει να δούµε αυτό το καλή συνέχεια ως µια έκφραση του συλλογικού ασυνειδήτου, ως µια διακριτική προσδοκία ή ένα υστερόγραφο, ώστε να αποκτήσει θετικό πρόσηµο το άδηλο µέλλον. Ίσως σκιαγραφεί την ελπίδα να αχνοφανεί στον ορίζοντα εκείνο το αξίωµα µε το οποίο εµείς µεγαλώσαµε, η βεβαιότητα των δικών µας γονιών πως θα ζούσαµε µια ζωή καλή και τα παιδιά µας καλύτερη, αυτό το όνειρο της µεταπολεµικής αισιοδοξίας. Καλή συνέχεια λοιπόν κι ας φαίνεται µακρύς και δύσκολος ο δρόµος…
Λάμπρος Λιάβας
Καθηγητής Εθνομουσικολογίας ΕΚΠΑ
Από την τραγωδία
στο τραγούδι και από
τη ραψωδία στο… ραπ
M’ ένα τραγούδι πάντα ανοίγει ο δρόµος για τους ουρανούς!
Νίκος Γκάτσος
Η σχέση του Έλληνα µε το «τραγούδι» είναι έντονα βιωµατική. Οι µουσικές και τα τραγούδια συνδέονται άµεσα µε τις τοπικές κοινωνίες και τις εθνοπολιτισµικές οµάδες που είναι οι δηµιουργοί και χρήστες τους. ∆εν «εκ-τελούνται» απλώς, αλλά «επι-τελούνται» µε λειτουργίες πρακτικές, επικοινωνιακές και συµβολικές, στον καθηµερινό βίο καθώς και σε δρώµενα και τελετουργίες σοφά τοποθετηµένα στον κύκλο της ζωής και στον κύκλο των εποχών.
Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η συλλογικότητα, η προφορική δηµιουργία και αναµετάδοση, καθώς και η συνεχής «επανεπεξεργασία» από την οµάδα σε κάθε νέα επιτέλεση-περίσταση, όπου δοκιµάζεται κι επιβεβαιώνεται η αντοχή τους στον χώρο και τον χρόνο. Το «παραδούναι και παραλαβείν». Μέσα από τη σύµπραξη και αδιάσπαστη ενότητα λόγου-µέλους-κίνησης (ποίησης, µουσικής και χορού), το τραγούδι ξεπερνά τις συµβάσεις της συγκεκριµένης µουσικής φόρµας και λειτουργεί ως µυθολογική και ιστορική αφήγηση, κώδικας και σύµβολο για την πολιτισµική-κοινωνική ταυτότητα, συνδετικός κρίκος του ατόµου µε την κοινότητα και -πάνω απ’ όλα- ως κιβωτός της συλλογικής µνήµης, κίνητρο για «ελευθερία και γλώσσα».
Ήδη από την πρωτόγονη εποχή, ο άνθρωπος, για να εκφραστεί και να επικοινωνήσει, «οργανώνει» και σηµασιοδοτεί τους ήχους που παράγει µε τη φωνή, το σώµα του και τα υλικά που τον περιβάλλουν. Έτσι, σε όλους τους πολιτισµούς, προέκυψαν δύο βασικά ηχητικά συστήµατα επικοινωνίας µε κοινή φύση και καταγωγή: η γλώσσα και η µουσική. Μέσα από µια «ρυθµική απαγγελία» (όπου ο λόγος εκφέρεται µε διαφορετικά τονικά ύψη, τονισµούς και διάρκειες) η γλώσσα εξελίσσεται σε µουσική-τραγούδισµα.
Συνεχεια Αναγνωσης
Οι λέξεις ξεπερνούν τη µονοσηµία ανάµεσα στο σηµαίνον και το σηµαινόµενο, αποκτούν νέες διαστάσεις, φορτίζονται γίνονται πολυσήµαντες. Κι αυτό ενισχύεται ακόµη περισσότερο όταν το τραγούδι εντάσσεται σε έθιµα και τελετουργίες, όπου όσα δεν µπορούν να ειπωθούν σε πεζό λόγο υπογραµµίζονται κι «επισηµοποιούνται» µε το να τραγουδηθούν. Ένας λόγος που τραγουδιέται γίνεται λόγος «µαγικός»!
Έτσι δηµιουργήθηκε η έννοια της τραγουδιστικής-µουσικής παράδοσης µιας οµάδας, µιας κοινότητας, ενός ολόκληρου λαού. Ιδιαιτέρως στην ελληνική παράδοση, όπως και στην ευρύτερη «ανατολική περιοχή» (από τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια µέχρι την Ινδία), κυριαρχεί ο «µελισµένος λόγος», δηλαδή το τραγούδι υπονοείται ακόµη και στην περίπτωση της καθαρά οργανικής µουσικής, καθώς θεωρείται ότι ο οργανοπαίκτης «από µέσα του τραγουδά».
∆εν είναι τυχαίο ότι οι αρχαίοι Έλληνες διέθεταν δύο ξεχωριστά συστήµατα µουσικής σηµειογραφίας, ένα για τη φωνητική κι ένα για την οργανική εκτέλεση, που όµως και τα δύο χρησιµοποιούσαν σηµεία από το ιωνικό αλφάβητο. Την ίδια αρχή ακολούθησε και η βυζαντινή παρασηµαντική, µε τις ονοµασίες των οκτώ φθόγγων της µουσικής να προέρχονται από τα αντίστοιχα πρώτα γράµµατα του αλφαβήτου: (π)α - β(ου) - γ(α) - δ(η) - (κ)ε - ζ(ω) - (ν)η.
Σ το αρχαίο δράµα «πας τραγωδοποιός εστί και µελοποιός», δηλαδή η µουσική εµπεριέχεται στον λόγο. Τα µουσικά στοιχεία (ύψη, τονισµοί και διάρκειες) συνδέονται µε τα µετρικά σχήµατα, την «προσωδία» και την όλη δοµή της γλώσσας. Όταν στην πάροδο της «Ειρήνης» του Αριστοφάνη ο Τρυγαίος τραγουδούσε και χόρευε το «∆άτιδος µέλος», ένα δηµοφιλές λαϊκό τραγούδι της εποχής, ήταν µέσα από την προσωδία (το επτάσηµο µέτρο του «δεύτερου επίτριτου») που ξεπηδούσαν τα 7/8 του εθνικού νεοελληνικού ρυθµού, του συρτού-καλαµατιανού.
Ήδη επιγραφές του 1ου αιώνα µ.Χ. αναφέρουν «την των συρτών πάτριον όρχησιν» (τον πατροπαράδοτο χορό των συρτών), ενώ στην ίδια εποχή πιστοποιείται και η χρήση της λέξης «τραγωδία» µε την έννοια πλέον του «άσµατος» (σηµασία που διατηρείται ώς τις µέρες µας στην ποντιακή διάλεκτο).
Θυµίζουµε επίσης ότι και τα οµηρικά έπη δεν προορίζονταν για ανάγνωση, αλλά για να τραγουδηθούν, µέσα από µια µελωδικο-ρυθµική απαγγελία µε συνοδεία από κιθάρα-φόρµιγγα, από τους δηµοφιλείς «αοιδούς» όπως ήταν ο Φήµιος και ο ∆ηµόδοκος. Αυτός ο «µελισµένος λόγος» χαρακτηρίζει και τα «έπη», τα µακροσκελή αφηγηµατικά τραγούδια όλων των λαών σε Ανατολή και ∆ύση, από την αρχαιότητα µέχρι τις µέρες µας. Από την ινδική «Μαχαµπαράτα», την «Ιλιάδα», την «Οδύσσεια» και το αρχαίο δράµα, περνάµε στη µουσική εκφορά του Ευαγγελίου στις χριστιανικές λειτουργίες, αλλά και στην εξιστόρηση των θρησκευτικών γεγονότων στα κάλαντα του ∆ωδεκαηµέρου, του Λαζάρου και στο λαϊκό «Μοιρολόι της Παναγίας» σε Ανατολή και ∆ύση.
Τ α βυζαντινά ακριτικά τραγούδια για τον ∆ιγενή και τους πολεµιστές στις «άκρες του Ελληνισµού» (τα οποία, ήδη από τον 8ο αι. διεκτραγωδούν «πάθη ενδόξων ανδρών») συνοµιλούν αντιστικτικά µε το δυτικό µεσαιωνικό «Chanson de Roland» (για τον Καρλοµάγνο), καθώς και µε το ανατολικό έπος «του Κιόρογλου» (ήρωα αντίστοιχου µε τον ∆ιγενή για τους τουρκογενείς λαούς). «Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της ∆ύσης» αποτυπώνονται στα τραγούδια.
Από την Κρητική Αναγέννηση µε τον «Ερωτόκριτο» και τους «ριµαδόρους» του Αιγαίου, ερχόµαστε στους περιπλανώµενους Κύπριους «ποιητάρηδες», οι οποίοι -έως τις µέρες µας- πάνω στην ιδιαίτερη «ποιητάρικη φωνή» τραγουδούν συνταρακτικά ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα, θαύµατα των Αγίων και τα πάθη της προσφυγιάς. [Κάτι ανάλογο έκαναν και οι Τούρκοι «ασίκ» (µε συνοδεία από το σάζι), καθώς και οι Βαλκάνιοι «γκουσλάρ» (µε συνοδεία από τη µονόχορδη λύρα τους).]
Η Ιστορία γίνεται τραγούδι! Το πρώτο και παλαιότερο από τα τραγούδια της κλασικής συλλογής του Νικολάου Πολίτη είναι το ιστορικό για το «κρούσος της Αδριανούπολης», ήδη το 1361. Ακολουθούν τα τραγούδια για την άλωση της Κωνσταντινούπολης και των άλλων πόλεων καθώς και για την Τουρκοκρατία, µε πιο συγκλονιστικά αυτά που αναφέρονται στο παιδοµάζωµα και την αντίσταση στους εξισλαµισµούς. Γιατί η Ιστορία δεν γράφεται µόνον από τους νικητές, αλλά παράλληλα αποκαλύπτεται-διασώζεται στις τραγουδισµένες µικρές ιστορίες των απλών καθηµερινών ανθρώπων!
Τ ην περίοδο του ελληνικού διαφωτισµού και του επαναστατικού αγώνα τα εθνεγερτήρια εµβατήρια του Ρήγα και τα κλέφτικα τραγούδια «ανασύρουν από την ψυχή το αίτηµα για ελευθερία και γλώσσα και το φέρνουν στο στόµα και στ’ αυτιά της κοινωνίας τους». Τα ιστορικά και κλέφτικα τραγούδια λειτούργησαν όχι µόνον ως «εφηµερίδες στρατιωτικές» αλλά και ως «µουσικοί µύθοι», µε την κοινωνική σηµασία τους να επανέρχεται σε ανάλογες περιστάσεις, κάθε φορά που οι λαϊκοί βάρδοι «χρειάστηκαν να καταγγείλουν, να εµψυχώσουν ή να εκτονώσουν εθνικές και κοινωνικές εκκρεµότητες, συµπληρώνοντας τα κενά και τις σιωπές της γραµµένης ιστορίας».
Έτσι, η λαϊκή µούσα χρησιµοποίησε συχνά τα ίδια ή συγγενικά ποιητικά και µουσικά µοτίβα για να τραγουδήσει τους λήσταρχους που αντιστάθηκαν στην κεντρική εξουσία, τους Μακεδονοµάχους, τους αγωνιστές των Βαλκανικών Πολέµων και του Αλβανικού Έπους, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τους αντάρτες της Κατοχής και του Εµφυλίου, ακόµη και την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την κυπριακή προσφυγιά.
Επιβεβαιώνεται, λοιπόν, η διαχρονικότητα του ύφους και κυρίως του ήθους του συγκεκριµένου ρεπερτορίου. Η Ιστορία «αποκαλύπτεται» µέσα από τα τραγούδια, αλλά και τα τραγούδια και οι µουσικές συνιστούν µε τη σειρά τους ισχυρά σύµβολα και δυναµικά στοιχεία για την κοινωνική επιτέλεση και την ιστορική εξέλιξη.
Παράλληλα, ορισµένα νεότερα δυτικά µουσικά όργανα (όπως το βιολί και το κλαρίνο) αποτελούν ένα ακόµη ισχυρό παράδειγµα για την αφοµοιωτική και αναπλαστική δύναµη της ελληνικής παράδοσης. Και στα δύο αυτά «εισαγόµενα» όργανα µεταφυτεύτηκαν από τους λαϊκούς οργανοπαίκτες τα «πιασίµατα» (η τεχνική παιξίµατος) της παλαιάς λύρας, της φλογέρας και του ζουρνά, προσαρµόζοντάς τα µε επιτυχία στο ύφος, το ήθος και το ρεπερτόριο των τοπικών παραδόσεων, ώστε να καταλήξουν πλέον να πολιτογραφηθούν ως «εθνικά» όργανα.
Το γεγονός αυτό θα πρέπει να µας προβληµατίσει ως προς τη σηµερινή σχέση µας µε την παράδοση. Κατά πόσο παραµένουµε σ’ έναν δυναµικό διάλογο µαζί της, ώστε να εξασφαλίζεται η οµαλή προσαρµογή και δηµιουργική ανάπλαση των «εξωγενών» επιρροών που µας βοµβαρδίζουν; Ή µήπως, τελικά, µετατρέπουµε τον λαϊκό µας πολιτισµό σε µουσειακό έκθεµα και περιοριζόµαστε σε φολκλορικές αναπαραστάσεις; Χωρίς την απαραίτητη διαλεκτική σχέση µε το πρωτογενές υλικό, που θα οδηγήσει στην ανανέωση κι εξέλιξή του ως ζωντανού οργανισµού. Η παράδοση είναι σαν ένα ποτάµι. ∆εν µπορείς να το περιορίσεις σ’ ένα ποτήρι ή σ’ ένα µπουκάλι ως εµφιαλωµένο νερό!
Η ισορροπία της ελληνικής µουσικής ανάµεσα σε Ανατολή και ∆ύση (το διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο) διαταράχτηκε µε την ίδρυση του ελλαδικού κράτους και -κυρίως- µεταπολεµικά µε την αυξανόµενη αστικοποίηση κι εκδυτικοποίηση. Από την παραδοσιακή νεοκλασική µονοκατοικία µετακινούµαστε σταδιακά στη «µοντέρνα» πολυκατοικία, κι αυτό αποτυπώνεται και στη µουσική, τόσο στη δοµή όσο και στο περιεχόµενο. Παρ’ όλα αυτά, η αστική λαϊκή παράδοση του Ρεµπέτικου προσφέρει άλλο ένα εξαιρετικό δείγµα του συνταιριάσµατος της ελληνικής µελωδικής σκέψης («τροπικές» κλίµακες µε οριζόντια ανάπτυξη) µε την «αρµονία» της ∆ύσης (κάθετη-συγχορδιακή συνοδεία). Ενώ από τη δεκαετία του 1960, µε το «έντεχνο-λαϊκό τραγούδι», ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος και οι συνεχιστές τους (Λοΐζος, Λεοντής, Μαρκόπουλος, Μικρούτσικος κ.ά.) επιχείρησαν να θέσουν ένα νέο αίτηµα «ελληνικότητας», επανατοποθετώντας τη νεοελληνική ευαισθησία απέναντι στα νέα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισµικά δεδοµένα του 20ού αιώνα. Και, γι’ άλλη µια φορά, θέλησαν µε τους «κύκλους» των τραγουδιών τους να συνδέσουν τον λόγο µε τη µουσική, επιδιώκοντας «να φέρουν τη µεγάλη ποίηση στο στόµα του λαού».
Απέναντί τους ο ∆ιονύσης Σαββόπουλος, ως πατριάρχης µιας νεότερης γενιάς τροβαδούρων, βιώνει τη γιορταστική-τελετουργική διάσταση του τραγουδιού, λειτουργώντας -όπως ο αρχαίος ποιητής- ταυτοχρόνως ως στιχουργός, συνθέτης, µουσικός, τραγουδιστής, ηθοποιός και χορευτής. Με προσφυγικές ρίζες και αστική παιδεία, ανάπλασε στο έργο του κυτταρικές µνήµες από το δηµοτικό και το ρεµπέτικο, από τις καντάδες, τα ελαφρά τραγούδια και τις φιλαρµονικές, από το θέατρο σκιών και τα πλανόδια µπουλούκια. Όµως, παράλληλα, ενσωµάτωσε κι επεξεργάστηκε τις διεθνείς επιρροές κι εκλεκτικές συγγένειες µε τα τραγούδια διαµαρτυρίας του Ντίλαν, την ηλεκτρική δύναµη του ροκ, τη σουρεαλιστική τόλµη των µπίτνικς, τη γλυκόπικρη σάτιρα του Μπρασένς, τη γιορταστική µελαγχολία του Φελίνι… Αυτά τα ετερόκλιτα στοιχεία σε ένα µοναδικό «κράµα» καθορίζουν τα τραγούδια του, όχι µόνο στη µορφή αλλά κυρίως στη λειτουργία τους σε επίπεδο συµβολικό, διεκδικώντας νέους τολµηρούς τρόπους έκφρασης κι επικοινωνίας που προαναγγέλλουν τους ράπερ του 21ου αιώνα.
Τ ις τελευταίες δεκαετίες η ελληνική µουσική διέρχεται άλλη µια κρίσιµη µεταβατική περίοδο, µε όλα τα πλεονεκτήµατα αλλά και τα πολλά και σοβαρά προβλήµατα «πολυγλωσσίας» που επιφέρει η εκβιοµηχάνιση της µουσικής παραγωγής, η έκρηξη των µέσων µαζικής επικοινωνίας και το διαδίκτυο. Η ελληνική κοινωνία περνά µε γοργούς ρυθµούς από την αστικοποίηση στην «παγκοσµιοποίηση», µε τις πρωτογενείς µορφές της µουσικής παράδοσης να µετασχηµατίζονται αντιστοίχως σε «φολκλόρ» και «έθνικ». Το τραγούδι, η µουσική και ο χορός, από κοινόχρηστα αγαθά, µεταλλάσσονται σε καταναλωτικά προϊόντα που καθορίζονται από τους νόµους του µάρκετινγκ.
Παρ’ όλα αυτά, είναι άξιον έρευνας και προβληµατισµού το πώς και µέχρι ποιο σηµείο το τραγούδι αντιδρά, «αντιστέκεται κι επιµένει», προσπαθώντας να διατηρήσει την «ελληνικότητά» του, διατηρώντας ακόµη πολλούς πυρήνες και περιστάσεις βιωµατικής επιτέλεσης. Ένας λόγος είναι σίγουρα η ιδιάζουσα φωνητική της γλώσσας.
Ίσως, λοιπόν, η γλώσσα µάς δίνει -γι’ άλλη µια φορά- το µέσον για να επανασυνδεθούµε µε την πρωτογενή λαϊκότητα της µουσικής µας κληρονοµιάς, µε το παραδοσιακό τρίπτυχο έκφρασης κι επικοινωνίας του Έλληνα: τραγούδι-µουσική-χορός.
Γι’ αυτό και είναι πάντοτε χρήσιµη µια αναδροµή σ’ αυτή τη διαχρονική εξέλιξη και στην άµεση σύνδεσή της µε την ιστορική πορεία του Ελληνισµού. Από την τραγωδία στο τραγούδι και από τη ραψωδία στο…ραπ!
Άλκηστις Πρωτοψάλτη
Ερμηνεύτρια
Όλα φέγγουν αλλιώς
όσο μεγαλώνεις
Γεννήθηκα -τι όµορφο ρήµα- στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από Έλληνες γονείς, 18 Οκτωβρίου του 1954. Τη µητέρα µου την έλεγαν Μαρία, ήταν δασκάλα, και τον πατέρα µου Σταύρο, ήταν χειρουργός οδοντίατρος. Η καταγωγή των γονιών µου από τη Μικρασία, τη Χίο, την Κάσο και το Καστελόριζο. Αποτελώ ένα ανθεκτικό ελληνικό µείγµα. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσε η λεπτότητα, η ευγένεια των Αιγυπτιωτών και µια παθιασµένη αγάπη και νοσταλγία για την πατρίδα.
Και οι δύο γονείς µου ήταν αυστηροί και τρυφεροί ταυτόχρονα. Βίωσα έντονα την αδυναµία που µου είχαν ως µοναχοκόρη. Ο πατέρας µου δεν µου χάλαγε ποτέ χατίρι και συχνά το εκµεταλλευόµουν, πόσες φορές τον υποχρέωσα να ξαναδούµε την ταινία από την αρχή, στο σινεµά, επειδή µου άρεσε. Η αγάπη µου για τον κινηµατογράφο δεν µε εγκατέλειψε ποτέ, ακόµα και τώρα τον λατρεύω, περιπέτειες, ιστορικού περιεχοµένου και επιστηµονικής φαντασίες είναι αυτές που προτιµώ.
Μέχρι την ηλικία των επτά ετών ζήσαµε στην Αλεξάνδρεια και ένα µικρό χρονικό διάστηµα στο Σουέζ.
Συνεχεια Αναγνωσης
Οι πρώτες εικόνες από την Αίγυπτο
∆ιατηρώ πολλές εικόνες από τη ζωή µας στην Αίγυπτο. Αυτό που θυµάµαι έντονα και ίσως είναι µια πρώτη ανάµνηση είναι τα χέρια της µητέρας µου και του πατέρα µου που µε κρατούσαν στη βόλτα, στην παραλία της Αλεξάνδρειας, το αµαξάκι µε τα άλογα που πάντα µου άρεσε να κάθοµαι µπροστά µαζί µε τον αµαξά. Θυµάµαι ακόµα τα µεγάλα καλοκαίρια µε τα παιχνίδια στην αµµουδιά και έναν γιγάντιο -έτσι τον έβλεπα µε τα παιδικά µου µάτια- κάβουρα που ερχόταν να παίξει ή να µε δαγκώσει. ∆εν ξέρω γιατί αλλά αυτή η εικόνα µε τον κάβουρα µου φέρνει ένα χαµόγελο… Αργότερα, αναλύοντας αυτές τις εικόνες που κράτησα στη µνήµη µου, πιστεύω ότι τα χέρια των γονιών µου ήταν η σιγουριά, που αποτελεί την κινητήριο δύναµη στην ανακάλυψη της ζωής. Πρόκειται για αναµνήσεις που τις κουβαλώ σαν ακριβό απόσταγµα της εποχής. Η θάλασσα που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ψυχοσύνθεσή µου και στη φιλοσοφία µου απέναντι στη ζωή. Αυτές οι αποσπασµατικές εικόνες από την παραλία που ξεκινάς να κολυµπάς και να βουτάς, το άγνωστο, οι γραµµές των οριζόντων, η θάλασσα που σε παρασύρει, οι φουρτούνες και η γαλήνη, οι θαλασσοταραχές, οι περιπέτειες, οι άγριες ξέρες που αποφεύγεις, οι Σειρήνες, τα φωτισµένα πλοία στον ορίζοντα, οι καταιγίδες, οι µυρωδιές, οι ήχοι, οι συνοδοιπόροι, το ταξίδι. Το πορτοκαλί του ήλιου στην παραλία την ανατολή, που βγαίναµε βόλτα µε τον πατέρα µου, η µυρωδιά από τα φαλάφελ, η βουή του κόσµου, τα αµαξάκια, ο παγωτατζής, το γέλιο της µητέρας µου που αντηχούσε σαν καµπάνα, η αγκαλιά της, το σχολείο, οι συµµαθητές µου, τα παιχνίδια. Αυτές οι εικόνες µοιάζουν µέσα µου σαν ηµερολόγιο, ένα ψυχογράφηµα «καταστρώµατος» της ζωής µου. Όσο για τον κάβουρα, ποτέ δεν έµαθα πού κατέληξε η «συνάντηση».
Γενικά θα έλεγα ότι τα παιδικά µου χρόνια ήταν ευτυχισµένα. Με κατακλύζουν συναισθήµατα αφού κουβαλάω µέσα µου πολύτιµες αναµνήσεις από τα ζεστά απογεύµατα στην Αλεξάνδρεια, τις βόλτες µε τον παππού µου, τη µυρωδιά της θάλασσας, τα ηλιοβασιλέµατα, το θρόισµα από τους φοίνικες που στόλιζαν την παραλία, τους ψαράδες µε τα καλάµια τους, το τραµ, τις καραµέλες αργισούς που είχαν πάνω τους ανάγλυφα ζωάκια και τις έτρωγα πολύ αργά γιατί λυπόµουν τα ζωάκια, η Σαχάρα όπως την έβλεπα στις βόλτες µε το αυτοκίνητο. Έχω µια εικόνα από ένα µαγαζάκι µε εντυπωσιακά χρωµατιστά τζάµια που έφτιαχνε φαλάφελ. Ήταν απέναντι από το σπίτι µας.
Το ταξίδι της επιστροφής
Η µητέρα µου µου έλεγε συχνά για τις αταξίες που έκανα σαν µικρό παιδί, µε περιέγραφε σαν «θηρίο», ανέβαινα σε µια ξύλινη σκάλα που ήταν στη µεσοτοιχία µε το διπλανό σπίτι όσο µέναµε στο Σουέζ. Η µητέρα µου τροµοκρατηµένη µε παρακαλούσε να µην ανεβαίνω. Εγώ όµως ήµουν όπου «µη» µέσα. Μια φορά ανέβηκα στην κορυφή της, κι έπεσα µέσα σε έναν σκουπιδοτενεκέ που ήταν από κάτω. Το αποτέλεσµα ήταν να µε κάνουν µπάνιο µε πετρέλαιο για απολύµανση. Επειδή δεν έτρωγα πολύ εύκολα, είχαν κατασκευάσει ένα φίδι από πανί που το κουνούσαν στο τζάµι του παράθυρου για να µε φοβίσουν να φάω, αλλά κάποια µέρα ανακάλυψα την απάτη καθώς η θεία µου είχε ξεχάσει στο δάχτυλό της τη δαχτυλήθρα που έραβε το πανί. Επισκέφθηκα µετά από πολλές δεκαετίες τη γειτονιά µου, µε αφορµή την εκποµπή του Γιάννη Πολίτη για το Mega. Ανακάλυψα ότι το σπίτι µας σήµερα δεν υπάρχει πια. Στη θέση του βρίσκεται το πολυώροφο ∆ικαστικό Μέγαρο Αλεξάνδρειας. Στο ταξίδι µου εκείνο στην Αλεξάνδρεια επισκέφθηκα και το σχολείο όπου φοίτησα τα δύο πρώτα χρόνια, το Αβερώφειο*, ένα σχολείο πολύ σηµαντικό για την ελληνική κοινότητα. Σήµερα δυστυχώς έχει ελάχιστους µαθητές. Στην επίσκεψή µου αυτή αµέσως πληµµύρισε ο νους από τις µνήµες, βλέποντας το προαύλιο, τον ιστό της ελληνικής σηµαίας, το γήπεδο όπου κάναµε τις γυµναστικές επιδείξεις, τις βρύσες που έµοιαζαν πολύ ψηλές και δεν τις έφτανα για να πιω νερό. Ήταν ακόµα εκεί ο ίδιος επιστάτης, ο οποίος έψαξε και βρήκε τους καταλόγους εγγραφής της χρονιάς µου: Άλκηστις Σεβαστή Αττικιουζέλ του Σταύρου και της Μαρίας. Ευγνωµονώ πολύ τη µητέρα µου που διάλεξε το αρχαίο όνοµα Άλκηστις µε τη συγκλονιστική ιστορία, ήταν µια αντισυµβατική απόφαση να µην ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση. Το Σεβαστή προστέθηκε κατ' απαίτηση του παπά, ο οποίος δεν δεχόταν µόνο το αρχαίο ελληνικό όνοµα Άλκηστις. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι γονείς µου αποφάσισαν λόγω των πολιτικών γεγονότων να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο και ευτυχώς να έρθουν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι συγγενείς διασκορπίστηκαν σε άλλες χώρες.
Η µυρωδιά της Αλεξάνδρειας
Πόσο περίεργα λειτουργεί ο χρόνος, η γεύση από την πίκρα του ξεριζωµού µε τα χρόνια γίνεται γλυκόπικρη. Ο χρόνος αµβλύνει τον πόνο, τα µαλακώνει όλα. Ωστόσο, αν κάποιος έκλεινε κάπου τις µυρωδιές των πόλεων και µε έβαζαν σε τυφλή αναγνώριση, θα έβρισκα αµέσως τη µυρωδιά της Αλεξάνδρειας. Είναι κάτι µεταξύ θάλασσας, υγρασίας, άµµου, ανθρώπων και φαλάφελ. Οι εικόνες από την Αλεξάνδρεια ήταν µέχρι την ηλικία των έξι επτά, ήµουν µεγάλο παιδί, αντιλαµβανόµουν αρκετά. Είχαµε µια όµορφη ζωή, µια δεµένη οικογένεια, µε συγγενείς και φίλους Έλληνες, Αιγύπτιους και Αρµένιους. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι ανοιχτό, γεµάτο ζωή. Οφείλω πολλά στους γονείς µου, κυρίως γιατί τα πιο σοβαρά ζητήµατα που τους απασχολούσαν είχαν έναν µοναδικό τρόπο να τα καλύπτουν. Πολύ αργότερα το συνειδητοποίησα, όταν κατάλαβα τι σήµαινε αυτή η µεγάλη παύση, η συζήτηση που σταµατούσε αιφνιδίως µόλις έµπαινα στο δωµάτιο. ∆εν ήθελαν προφανώς να αντιληφθώ την κατάσταση, τον επερχόµενο ξεριζωµό. Θυµάµαι την αναστάτωση όταν µάζευαν τα πράγµατα στο σπίτι τις µέρες που προηγήθηκαν του ξεριζωµού µας.
Θυµάµαι πολύ έντονα τη µέρα της επιστροφής στην Ελλάδα, δεν ξεχνιέται αυτή η µέρα. Η µητέρα µου µε δάκρυα στα µάτια, ο πατέρας µου να αφήνει τις βαλίτσες και να την αγκαλιάζει, να τη φιλάει στο µέτωπο, κι εγώ θεατής. Καταλάβαινα και δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε, την αιτία όλης αυτής της αναστάτωσης, µέχρι που φτάσαµε στο τελωνείο. Κρατούσα µια κούκλα στα χέρια µου, ξαφνικά ξένα χέρια την αρπάζουν, κάτι λένε στα αραβικά, βγαίνει ένα µαχαίρι και αποκεφαλίζεται η κούκλα. Μένω άναυδη. Αµέσως µε άρπαξε η µητέρα µου, εγώ δεν έκλαψα, ήταν τόσο µεγάλη η έκπληξή µου και η απορία µου, που επισκίασε την πράξη. Μετά άκουσα που είπαν ότι αυτό έγινε γιατί φαντάστηκαν πως είχαν κρύψει τιµαλφή οι γονείς µου στο εσωτερικό της κούκλας µου για να τα πάρουν στην Ελλάδα. Από τότε δεν ξανάπαιξα µε τέτοιο παιχνίδι. Έτσι αποχαιρετήσαµε εκεί την Αλεξάνδρεια. Εκεί µηδενίστηκε η ζωή µου για πρώτη φορά. Και από τότε δεν το φοβάµαι το µηδέν. Το ξέρω. Και ήρθαµε στην Αθήνα.
Στην Αθήνα, µια νέα πραγµατικότητα
Η Ελλάδα µπορεί να ήταν µια νέα πραγµατικότητα για όλους µας, αλλά εγώ δεν ένιωσα καµία διαφορά γιατί όλοι σχεδόν οι συγγενείς, τα αδέλφια, τα ξαδέλφια, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, µείναµε στην ίδια γειτονιά στην Αθήνα. Αυτό που µε ηρεµούσε ήταν ότι οι γονείς µου έδειχναν σαν να µη συνέβη κάτι. Όµως µετά από τρία χρόνια πέθανε ο πατέρας µου από εγκεφαλικό -«στεναχωρικό», έτσι το έλεγα εγώ- και είδα τη ζωή κατάµατα µετά, στα έντεκά µου. Είναι σηµαντικό να θυµάσαι όσο µπορείς γιατί στη µνήµη εµπεριέχεται η ζωή. Αισθάνοµαι Ελληνίδα και Ελληνίδα της Αλεξάνδρειας. Αυτό το «και» είναι πολύ ισχυρό. Ποτέ δεν ένιωσα υπεροχή ή µειονότητα σε σχέση µε τους άλλους επειδή ήρθαµε από την Αλεξάνδρεια. Ποτέ δεν ένιωσα ανώτερη ή καλύτερη. Η Ελλάδα ήταν ριζωµένη στην ψυχή µας, στο σπίτι µας. Ήταν το σπίτι µας. Η ιστορία, ο πολιτισµός, η αγάπη για τη µητέρα πατρίδα, οι µουσικές, τα ποιήµατα, τα βιβλία, η γλώσσα, που εκτιµώ ότι ήταν το ωραιότερο άνθος του πολιτισµού µας, η θρησκεία και όλα όσα περικλείονται στη έννοια «Ελλάδα» ήταν βαθιά ριζωµένα µέσα µας.
Ο χρόνος ο αλήτης
Νοµίζω ότι δεν µε καθόρισε η κουλτούρα της Αιγύπτου, ούτε η διαφορετικότητα µεταξύ της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας. Έφυγα πολύ µικρή. Στην Ελλάδα ξετυλίχτηκε η ζωή µου, τα όνειρά µου, η µουσική και τα τραγούδια µου και όλα όσα ήθελα να προσφέρω στην κοινωνία. Πιστεύω στους ανθρώπους και πάντα θα ευγνωµονώ αυτούς που µε έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια της ζωής µου συναντήθηκα, συνεργάστηκα, µε πάρα πολλούς ανθρώπους, δεν σηµαίνει ότι ταίριαζα µαζί τους αλλά µε ενδιέφεραν καλλιτεχνικά. Έτσι προχώρησα. Συναλλαγές µε υπέροχα άτοµα. Με δύσκολα άτοµα. Με άτοµα που µόνο η δουλειά µάς δένει και δεν ταιριάζω σε τίποτ' άλλο. Στην πορεία έµαθα να ξεχωρίζω το έργο από τους ανθρώπους. Μου άρεσε να δίνω τον καλύτερο εαυτό µου και να µου δίνουν και τη δική τους «ψίχα». Μετά γυρίζω στον δικό µου «κήπο». Εκεί που κατοικούν οι µουσικές, οι ποιητές που αγαπώ, οι ζωγράφοι. Στα αριστουργήµατα της φύσης. ∆εν έχω λόγο να εξευτελίζοµαι και να χάνω πολύτιµες ώρες της ζωής µου γιατί «πρέπει». Αυτό είναι για άλλους, εµένα µου αρέσει να αναπνέω καθαρό αέρα. Να πηγαίνω αντίθετα στο ρεύµα, να ανοίγω δρόµους, να µατώνω χέρια και πόδια για να φτάσω στην πηγή, στην ουσία της ζωής. Έχω εικόνες και συναισθήµατα µέσα από αυτή την πορεία για δυο ζωές και δεν θα άλλαζα ούτε ένα βοτσαλάκι. ∆εν κουβαλάω κάποιο τραύµα από τον ξεριζωµό, ο χρόνος ο αλήτης έχει ένα µαγικό ραβδί, τα ξεθωριάζει όλα, τα κάνει να φαίνονται πολύ µακρινά. Υπάρχουν βέβαια στιγµές, όπως τώρα, που µε µια αφορµή έρχονται τα γεγονότα στο παρόν σαν καταιγίδα και πεντακάθαρα. Όµως εκτιµώ πως όλα φέγγουν αλλιώς όσο µεγαλώνεις.
Απόσπασµα από το βιβλίο: «ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΑ ΣΤΑ ΞΕΝΑ - Ανάµεσα σε δυο πατρίδες» Κωνσταντίνα Βαρσάµη, Παναγιώτης Ι. Σιάνης © 2025, Εκδόσεις Κυριάκος Παπαδόπουλος Α.Ε.
* Παρότι στην Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας λειτουργούσαν σχολεία από το 1843, το 1890 λειτούργησε τετρατάξιο Γυµνάσιο µε αναγνωρισµένη ισοτιµία από το ελληνικό κράτος, και ονοµάστηκε Αβερώφειο Γυµνάσιο προς τιµήν του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ. Το 1929 το Αβερώφειο γίνεται εξατάξιο. [http://averofeio-school.world.sch.gr/ averofio/history.htm (ιστοσελίδα Αβερώφειου)]
Μαρίζα Κωχ
Τραγουδοποιός
Πώς μπαίνουν στη ζωή μας
τα αγαθά του πολιτισμού;
Η µουν εννιά χρόνων όταν µε τον γέροντα παππού µου, ιερέα στο χωριό Μέσα Γωνιά Σαντορίνης, κρατούσα το αριστερό ψαλτήρι στους εσπερινούς. Αποστήθιζα µε µεγάλη ευκολία κείµενα και µουσικούς τρόπους µε το αυτί, γιατί είχα µάθει µόνο την αλφαβήτα από τον ανάπηρο δάσκαλο µε τις πατερίτσες στην αλάνα του ιδρύµατος όπου είχαµε µείνει πέντε χρόνια, η αδελφή µου η Ειρήνη και εγώ, πριν έρθουµε στο νησί της µάνας µας.
Στο Ίδρυµα στεγάζονταν τότε πολλά παιδιά του πολέµου, όπως ήµασταν κι εµείς. Στην Ιερά Οδό βγαίνοντας από την Αθήνα διαβάζουµε και τώρα το όνοµά του: Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Αθηνών. Στου παππού την εκκλησία µε µάγευε το φως των κεριών, το άρωµα του λιβανιού, η χαµηλόφωνη ψαλµωδία, τα χρώµατα των εικόνων.
Τις πλάκες από τη Μάλτα στο δάπεδο τις είχε χαρίσει ο καπετάνιος ενός πλοίου που κινδύνεψε έξω από το χωριό µας και είχαν το ίδιο χρώµα µε την πορσελάνη, το χώµα της Σαντορίνης. Κάθε µέρα µέχρι τη δύση του ηλίου έβοσκα στην πλαγιά του προφήτη Ηλία τα κατσίκια της οικογένειάς µας, του θείου µας του Μανώλη, που µας είχε αναλάβει σαν πατέρας µας. Η Ειρήνη στο σχολείο ήταν πάντα η πρώτη των πρώτων, εγώ όµως δεν πατούσα ποτέ κι ας µε είχαν γράψει στην τρίτη τάξη.
Συνεχεια Αναγνωσης
Ο δάσκαλος είχε πει στον θείο µου: «Μην το παιδεύετε το παιδί. Υπάρχουν και παιδιά που δεν παίρνουν τα γράµµατα». Σε µεγάλη ηλικία, όταν πια ήξερα πως µόνο όταν διάβαζα ποίηση δεν χόρευαν τόσο πολύ τα γράµµατα, κατάλαβα τι µου συνέβαινε. ∆εν ήταν ακόµη τότε γνωστή η λέξη δυσλεξία.
Γράµµατα στο σχολείο έτσι δεν έµαθα. Αλλά όλα τα λόγια που άκουγα έµπαιναν και γράφονταν µέσα µου, διηγήσεις, τραγούδια, υµνωδίες, αναγνώσεις του Ευαγγελίου, µοιρολόγια, λόγια της γειτονιάς. Και έµαθα στο βουνό πότε ανθίζουν τα φασκόµηλα, η ρίγανη, η θρούµπη, και πολλά άλλα φυτά, και τα αρώµατά τους µπορούσα να τα ξεχωρίσω µε κλειστά µάτια. Τα µεσηµέρια ξάπλωνα κάτω από µια κουφοξυλιά, αγκαλιά µε το ριφάκι µου, που µε άφηνε κι έπαιρνα λίγο γάλα από τη µάνα του κι έφτιαχνα ρυζόγαλο, αφού πάντα όπου τριγυρνούσα είχα στο δισάκι µου λίγο ρύζι κι ένα µικρό κατσαρολάκι. Μοσχοβολούσε ο τόπος ζωή και ζεστή αγάπη.
Οταν τον Ιούνιο του 1956 έγινε ο µεγάλος σεισµός, 7,5 βαθµών της κλίµακας Ρίχτερ, που ισοπέδωσε το νησί µας, όποιος είχε συγγενείς στην Αθήνα έστελνε τα παιδιά του για να σωθούν. Μας έστειλε κι εµάς η µάνα µας. Είχα µεγάλη χαρά για αυτό. Ήθελα να πάω στο Ίδρυµα να ξαναδώ τον Γιώργη τον δάσκαλο, να τον ακούσω και πάλι να φωνάζει: «Για όλα φταίει η πάπισσα Ιωάννα!». Ήθελα να ξαναδώ τον Παντοκράτορα στο µοναστήρι στο ∆αφνί απέναντι, να ξαπλώσω στη µέση της εκκλησιάς, να τραγουδήσω δυνατά και να ακούσω τον αντίλαλο. Να ξαναδώ τους πρόσφυγες να λύνουν τα άλογά τους από τις καρότσες των λαχανικών που πουλούσαν, και αυτά να τρέχουν αφηνιασµένα προς την κορφή του λόφου. Ήθελα να ακούσω ξανά όλα τα γραµµόφωνα να παίζουν διαφορετικά τραγούδια το καθένα επάνω στα κάρα, ν’ ανέβω και να τραγουδήσω σε ένα από αυτά «Αραµπάς περνά σκόνη γίνεται». Και να µου γεµίσουν µπακλαβάδες, σαλάτες, κεφτεδάκια το µακό που φορούσα. Ήθελα να ξαναµυρίσω την µπόχα του Σκαραµαγκά. Και να ξαναβρώ τα κόκκινα λουστρίνια στους µπόγους της UΝRRA. Ήθελα να µε ξαναγκαλιάσει η κυρία Ρουµπίνη, µε τα σκισµένα ρούχα της, άρρωστη και αυτή όπως και οι άλλοι ενήλικοι τρόφιµοι στο Ίδρυµα, που ήξερε όµως τα ονόµατα όλων των παιδιών, κοριτσιών και αγοριών. Όταν έκλαιγε ένιωθα ότι έµπαινα στη θέση της και έκλαιγα κι εγώ µαζί της χωρίς να ξέρω γιατί.
Ξέρω τώρα πως αυτό το πάρε-δώσε στις άσκοπες στιγµές του φευγιού, της περιπλάνησης, του χαζέµατος, της παρατήρησης, της ταύτισης µε τους άλλους στον πόνο και τη χαρά, είναι αυτό που µε έκανε αυτό που είµαι, που έκανε το τραγούδι µου να γυρνά στο στήθος µου, όπως έλεγα στον δίσκο µου ∆ιπλή βάρδια: και «γίνοµαι µέλισσα κι ανθός και φωτεινό σηµάδι / πού να κρυφτώ να µη χαθώ στη δίνη αυτής της γης».
Χωρίς αυτές τις άσκοπες στιγµές, όπου γνώριζα τον κόσµο µέσα από σιωπές, ασήµαντες αφορµές και ακατανόητα λόγια, ποια θα ήµουν; Η φωνή µου ήταν ένα θείο δώρο, το ένιωθα πάντα. Αλλά τι θα έλεγα; Και σε ποιους; Τι έλεγα όταν τραγούδησα µε ηλεκτρικό ήχο τα δηµοτικά τραγούδια που τόσο αγαπούσα; Τι λέω µε τα δικά µου τραγούδια που νιώθω την ανάγκη να γράψω; Τι λέω όταν µελοποιώ ποιήµατα ή όταν δοκιµάζω νέους ηλεκτρονικούς ήχους στη µουσική µου; Ή όταν στο στούντιο ανακαλύπτω τις δυνατότητες που µέρα τη µέρα µάς δίνει η τεχνολογία; ∆εν µπορώ να απαντήσω χωρίς να µιλήσω για αυτές τις άσκοπες στιγµές. Χωρίς αυτές, η φωνή µου φαίνεται άδεια. Είναι χάρη σε αυτές που, είτε τραγουδούσα στα µεγαλύτερα θέατρα του κόσµου, είτε σε αλάνες, σχολεία ή φυλακές, ένιωθα τη ζεστή αγάπη να κυκλοφορεί µέσα µου. Αυτές οι άπιαστες στιγµές ήταν ένα θείο δώρο, όπως η ίδια η φωνή που µου δόθηκε – ίσως µεγαλύτερο και από αυτήν, γιατί χωρίς αυτές δεν θα ήµουν ο εαυτός µου και δεν θα συνδεόµουν µε το γίγνεσθαι του κόσµου µας.
Ποιες είναι σήµερα οι άσκοπες στιγµές που επιτρέπουµε στα παιδιά µας να έχουν για να υπάρξουν και να νιώσουν τον δικό τους εαυτό µέσα στη δίνη των δυνατοτήτων που δίνει π.χ. η τεχνητή νοηµοσύνη; Φοβάµαι πως το πρόβληµα είναι ακριβώς που αυτές οι στιγµές θεωρούνται «άσκοπες», «ανόητες» ή «άχρηστες». Σκέφτοµαι την παροιµία που ήταν γνωστή σε άλλους καιρούς: «Μάθε τέχνη και άστηνε κι άµα πεινάσεις πιάστηνε». Ακούγεται τόσο ξένη σήµερα. Εγώ γυρνώ ξανά στις τόσες άλλες τέχνες που έµαθα, κάποιες που µε έθρεψαν κιόλας κυριολεκτικά, όπως όταν δούλεψα ως βιβλιοδέτρια, όταν ήρθα, µάνα πια, δεκαέξι χρονών στην Αθήνα. Ήµουν πολύ καλή, και καµαρώνω για τη σύνταξη που σήµερα παίρνω και από αυτή µου την τέχνη. Στη Σαντορίνη η µάνα µας είχε φροντίσει να µάθω και να ράβω. Κι έτσι έραψα πολλά από τα ρούχα που φορούσα στις παραστάσεις µου και έλεγαν πως ήταν ραµµένα σε haute couture.
Μ ια φίλη µου είπε κάποτε ότι ο Καβάφης παροµοίασε τον ποιητή µε τον ράφτη. Της ζήτησα να µου βρει τα λόγια του. Είχε γράψει ο Καβάφης: «Σαν τον καλό ράπτη που κάµνει µια φορεσιά που πάει λαµπρά σ’ έναν άνθρωπο (ίσως και σε δύο)· κ’ ένα επανωφόρι που µπορεί να πάει σε δυο τρεις – έτσι κ’ εγώ, τα ποιήµατά µου µπορούν να εφαρµοσθούν, “to fit”, σ’ ένα κάζο (ίσως σε δυο, τρία). Η σύγκρισις είναι κοµµάτι (κατ’ επιφάνειαν µόνον) ταπεινωτική· αλλά είναι νοµίζω επιτυχής και παρηγορητική. Αν δεν έχουν τα ποιήµατά µου γενική εφαρµογή, έχουν µερική. Αυτό δεν είναι λίγο. Έχουν ηγγυηµένη την αλήθειά των έτσι».
Πώς µπορούµε να µιλήσουµε σήµερα στα παιδιά µας για το πώς ράβει ένας ράφτης µια φορεσιά ή ένα επανωφόρι, όπως είπε ο Καβάφης; Κι όµως πρέπει να βρούµε έναν τρόπο. Για να µπορούν να βρουν τη δική τους αλήθεια, το δικό τους πρόσωπο, τη δική τους φωνή, χωρίς να φοβούνται την εποχή τους µε τις τόσες απέραντες δυνατότητες. Το νιώθω ως υποχρέωση για το µέλλον, ένα δώρο σε εκείνα και σε εµάς τους ίδιους.
Γιάννης Πετρίδης
Μουσικός παραγωγός
Μουσικό ταξίδι
στον χρόνο
Η µουσική των ’50s έχει µια µοναδική γοητεία που δύσκολα συναντά κανείς σε άλλες εποχές. Την αγάπησα γιατί συνδυάζει απλότητα, συναίσθηµα και αυθεντικότητα. Εκείνη την περίοδο γεννήθηκαν ή έγιναν δηµοφιλή είδη όπως το Rock and Roll, το Rhythm and Blues και το Doo-wop, τα οποία έφεραν µια φρέσκια ενέργεια στη µουσική και επηρέασαν όλες τις επόµενες γενιές. Ένας από τους βασικούς λόγους που µε κέρδισε αυτή η µουσική είναι ο αυθορµητισµός της. Τα τραγούδια των ’50s δεν βασίζονταν σε περίπλοκη παραγωγή ή τεχνολογία, αλλά κυρίως στο ταλέντο και το συναίσθηµα των καλλιτεχνών.
Καλλιτέχνες όπως ο Elvis Presley, ο Chuck Berry και ο Little Richard έδιναν ζωή στη µουσική µέσα από τη φωνή, την ενέργεια και τη σκηνική τους παρουσία. Ακούγοντας τα τραγούδια τους νιώθει κανείς τον ενθουσιασµό και την επανάσταση της νεολαίας εκείνης της εποχής. Αυτοί που διαµόρφωσαν την άποψη που µ' ακολούθησε στα επόµενα χρόνια ήταν δεκάδες ονόµατα, από τα οποία όσα και να αναφέρω σίγουρα θα ξεχάσω πολλά.
Οι ακροατές µου θα έχουν καταλάβει την αγάπη µου για τον Nat King Cole, τους Platters, την Sarah Vaughan, τον Johnny Ray και τόσους άλλους, στους οποίους θα έπρεπε να αναφέρω Γάλλους και Ιταλούς, γιατί τότε έπαιζαν σηµαντικό ρόλο στη ζωή µας..
Συνεχεια Αναγνωσης
Επιπλέον, η µουσική των ’50s δηµιουργεί µια έντονη αίσθηση νοσταλγίας. Τα τραγούδια µιλούν συχνά για την αγάπη, τα όνειρα και την καθηµερινότητα µε έναν απλό αλλά ειλικρινή τρόπο. Ακόµη κι αν κάποιος δεν έζησε εκείνη την εποχή, η µουσική µπορεί να τον ταξιδέψει σε έναν κόσµο γεµάτο αισιοδοξία και ροµαντισµό. Οι µελωδίες είναι εύκολες να θυµάσαι και συχνά σε κάνουν να θέλεις να τραγουδήσεις ή να χορέψεις.Τέλος, η µουσική των ’50s έχει τεράστια ιστορική σηµασία. Εκεί µπήκαν τα θεµέλια της σύγχρονης ποπ και ροκ µουσικής. Χωρίς εκείνη την περίοδο, πολλοί καλλιτέχνες και είδη που γνωρίζουµε σήµερα ίσως να µην υπήρχαν. Για αυτό τον λόγο, όταν ακούω µουσική των ’50s, δεν απολαµβάνω µόνο τα τραγούδια αλλά και ένα σηµαντικό κοµµάτι της µουσικής ιστορίας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η µουσική των ’50s έχει µια ξεχωριστή θέση στην καρδιά µου και συνεχίζει να µε εµπνέει κάθε φορά που την ακούω.
Η αγάπη µου για τη µουσική των ’60s δεν γεννήθηκε τυχαία· ήταν αποτέλεσµα µιας ιδιαίτερης γοητείας που ασκεί αυτή η δεκαετία µέχρι σήµερα. Κάθε φορά που ακούω τραγούδια εκείνης της δεκαετίας, νιώθω σαν να ταξιδεύω σε έναν κόσµο γεµάτο ενέργεια, δηµιουργικότητα και αλλαγές. Η δεκαετία του 1960 θεωρείται από πολλούς η «χρυσή εποχή» της σύγχρονης µουσικής, και όταν άρχισα να ανακαλύπτω καλλιτέχνες όπως οι The Beatles, οι The Rolling Stones και ο Bob Dylan, κατάλαβα γιατί.
Όλη αυτή η λεγόµενη Βρετανική εισβολή άλλαξε τα πάντα, αλλά δεν στέρησε σε πολλούς από εµάς το καλό αµερικάνικο τραγούδι, µε ερµηνευτές όπως ο Bobby Vinton, η Barbra Streisand και λίγο αργότερα το ροκ µε τους Doors, τους Iron Butterfly, τους Buffalo Springfield που πάντα ήταν διαφορετικοί από τους Ευρωπαίους.
Αρχικά, αυτό που µε τράβηξε ήταν ο ήχος. Η µουσική των ’60s έχει µια µοναδική απλότητα αλλά και ένταση. Τα τραγούδια βασίζονταν σε δυνατές µελωδίες, καθαρές κιθάρες και φωνές που µετέφεραν συναίσθηµα χωρίς υπερβολική παραγωγή. Όταν ακούω τραγούδια όπως το Hey Jude των The Beatles ή το (I Can't Get No) Satisfaction των The Rolling Stones, νιώθω µια αυθεντικότητα που συχνά λείπει από τη σύγχρονη µουσική. Οι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής δηµιουργούσαν µε πάθος και πειραµατίζονταν συνεχώς µε νέους ήχους.
Ένας ακόµη λόγος που µε έκανε να αγαπήσω αυτή τη µουσική είναι το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο δηµιουργήθηκε. Η δεκαετία του ’60 ήταν µια περίοδος µεγάλων αλλαγών: κοινωνικά κινήµατα, πολιτικές διαµαρτυρίες και νέες ιδέες για την ελευθερία και την έκφραση. Η µουσική έγινε φωνή µιας ολόκληρης γενιάς. Καλλιτέχνες όπως ο Bob Dylan έγραφαν τραγούδια που µιλούσαν για κοινωνική δικαιοσύνη και ειρήνη, επηρεάζοντας εκατοµµύρια ανθρώπους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι το Blowin' in the Wind, που έγινε σύµβολο των αγώνων για δικαιώµατα και αλλαγή.
Επιπλέον, η µουσική των ’60s έχει τεράστια ποικιλία. ∆εν περιορίζεται σε ένα µόνο είδος· περιλαµβάνει ροκ, ποπ, φολκ, σόουλ και ψυχεδελικό ήχο. Συγκροτήµατα όπως οι Beach Boys δηµιούργησαν έναν πιο χαρούµενο και καλοκαιρινό ήχο µε τραγούδια όπως το Good Vibrations, ενώ καλλιτέχνες όπως η Aretha Franklin έφεραν έντονα συναισθήµατα και δύναµη στη σόουλ µουσική µε τραγούδια όπως το Respect. Αυτή η ποικιλία κάνει τη δεκαετία συναρπαστική, γιατί κάθε ακρόαση µπορεί να σε οδηγήσει σε έναν διαφορετικό µουσικό κόσµο. Ένας ακόµη λόγος που αγαπώ τη µουσική των ’60s είναι η επιρροή της στη σύγχρονη µουσική. Πολλά από τα σηµερινά συγκροτήµατα και καλλιτέχνες εµπνέονται από εκείνη την εποχή. Οι τεχνικές ηχογράφησης, οι συνθέσεις και το στιλ που δηµιουργήθηκαν τότε συνεχίζουν να επηρεάζουν τη µουσική βιοµηχανία µέχρι σήµερα. Ακούγοντας τη µουσική των ’60s, είναι σαν να ανακαλύπτεις τις ρίζες της σύγχρονης ποπ και ροκ µουσικής.
Τέλος, υπάρχει και ένα στοιχείο νοσταλγίας. Η µουσική της δηµιουργεί µια αίσθηση ροµαντισµού και ελευθερίας. Τα τραγούδια µιλούν για αγάπη, όνειρα, επανάσταση και αλλαγή, θέµατα που παραµένουν διαχρονικά. Όταν τα ακούω, νιώθω ότι συνδέοµαι µε µια εποχή όπου η µουσική δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία, αλλά ένας τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας. Συνοψίζοντας, αγάπησα τη µουσική των ’60s γιατί συνδυάζει αυθεντικότητα, δηµιουργικότητα και ιστορική σηµασία. Είναι µια µουσική που δεν φοβόταν να πειραµατιστεί, να εκφράσει ιδέες και να εµπνεύσει ανθρώπους. Ίσως γι’ αυτό, δεκαετίες αργότερα, συνεχίζει να συγκινεί και να επηρεάζει ακροατές σε όλο τον κόσµο.
Η µουσική της δεκαετίας του ’70 αποτελεί για πολλούς ανθρώπους µια κορύφωση εµπειριών, ιδεών και αισθηµάτων που είχαν γεννηθεί τις δύο προηγούµενες δεκαετίες. ∆εν εµφανίστηκε ξαφνικά· ήταν το αποτέλεσµα µιας πορείας που ξεκίνησε από τις κοινωνικές αλλαγές, τα πολιτισµικά κινήµατα και τις µουσικές αναζητήσεις των ’50s και των ’60s. Για κάποιον που µεγάλωσε µέσα σε εκείνη την περίοδο, η µουσική των ’70s µοιάζει συχνά σαν µια σύνθεση όλων όσων είχε ήδη µάθει, ακούσει και αισθανθεί.
Στη δεκαετία του ’50 γεννήθηκε το πρώτο µεγάλο ρήγµα στην παραδοσιακή µουσική κουλτούρα µε το ροκ εν ρολ. Η νεολαία άρχισε να αποκτά τη δική της φωνή και να διεκδικεί έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Καλλιτέχνες όπως ο Elvis Presley έδειξαν ότι η µουσική µπορούσε να είναι ταυτόχρονα επαναστατική και βαθιά συναισθηµατική. Η ενέργεια εκείνης της εποχής έθεσε τα θεµέλια για µια µουσική που δεν θα ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά τρόπος ζωής.
Στη συνέχεια, η δεκαετία του ’60 έφερε µια πραγµατική πολιτισµική έκρηξη. Το ροκ εξελίχθηκε, συνδυάστηκε µε την ποπ, τη φολκ και την ψυχεδέλεια, και συνδέθηκε µε τα κοινωνικά κινήµατα της εποχής. Συγκροτήµατα όπως οι Beatles και οι Rolling Stones δεν επηρέασαν µόνο τη µουσική αλλά και τη σκέψη µιας ολόκληρης γενιάς. Τα τραγούδια άρχισαν να µιλούν για την ελευθερία, την ειρήνη, την αµφισβήτηση της εξουσίας και την αναζήτηση ταυτότητας. Όλα αυτά δηµιούργησαν ένα πνευµατικό και συναισθηµατικό υπόβαθρο που θα καρποφορούσε στα επόµενα χρόνια.
Όταν έφτασε η δεκαετία του ’70, όλα αυτά τα στοιχεία ενώθηκαν και ωρίµασαν. Η µουσική έγινε πιο πολυδιάστατη και πιο πλούσια σε ήχο. Το ροκ άρχισε να χωρίζεται σε πολλά διαφορετικά είδη: προοδευτικό, hard rock, glam, ακόµη και πρώιµες µορφές heavy metal. Συγκροτήµατα όπως οι Pink Floyd δηµιούργησαν µουσική µε φιλοσοφικό βάθος και πειραµατισµό, ενώ καλλιτέχνες όπως ο David Bowie έφεραν µια καλλιτεχνική θεατρικότητα που άλλαξε τον τρόπο µε τον οποίο παρουσιαζόταν η µουσική σκηνή.
Ειδικά στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '70 είχαµε τόσες πολλές αλλαγές, οι οποίες θα έλεγα έκαναν ιδιαίτερα δύσκολη για τη συνέχεια οποιαδήποτε εξέλιξη, όλα έγιναν τότε και δεν θα µπορούσαν βέβαια να επαναληφθούν. Μέχρι το 1975 θα έλεγα πως ολοκληρώθηκε η έµπνευση της µουσικής που είχε αρχίσει από το 1955 στο ίδιο σχετικά ύφος.
Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκαν και άλλα ρεύµατα, που έδωσαν χρώµα στη δεκαετία. Η disco, για παράδειγµα, µε καλλιτέχνες όπως οι Bee Gees και η Donna Summer, έφεραν τη χαρά του χορού και της συλλογικής εµπειρίας στα κλαµπ και στις πίστες. Η φολκ και το singer-songwriter κίνηµα συνέχισαν να δίνουν έµφαση στην προσωπική έκφραση, µε δηµιουργούς όπως ο Bob Dylan να επηρεάζουν ακόµη βαθιά τον τρόπο γραφής των τραγουδιών. Για κάποιον που είχε ζήσει τη µουσική εξέλιξη των προηγούµενων δεκαετιών, η δεκαετία του ’70 έµοιαζε σαν µια µεγάλη σύνθεση. Οι ήχοι ήταν πιο ώριµοι, οι στίχοι πιο στοχαστικοί και η παραγωγή πιο εξελιγµένη. Ήταν µια εποχή όπου η µουσική µπορούσε να είναι ταυτόχρονα προσωπική και συλλογική: να µιλά για εσωτερικές σκέψεις, αλλά και να ενώνει χιλιάδες ανθρώπους σε συναυλίες ή σε κοινές εµπειρίες ακρόασης.
Ίσως γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι αγαπούν τόσο τη µουσική των ’70s. ∆εν είναι µόνο οι µελωδίες ή οι ρυθµοί της. Είναι το γεγονός ότι κουβαλά µέσα της µια ολόκληρη ιστορία: τα όνειρα της νεότητας, τις κοινωνικές αλλαγές, τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις και την ωρίµανση µιας γενιάς. Είναι σαν µια µουσική µνήµη που συγκεντρώνει όλα όσα προηγήθηκαν και τα µετατρέπει σε ήχο.
Έτσι, η µουσική των ’70s δεν είναι απλώς ένα µουσικό στιλ ή µια χρονική περίοδος. Είναι µια συναισθηµατική σύνθεση εµπειριών, ένα ηχητικό ηµερολόγιο µιας εποχής που έµαθε να ονειρεύεται, να αµφισβητεί και να δηµιουργεί. Για όσους τη ζουν ακόµη µέσα από τα τραγούδια της, παραµένει µια από τις πιο ζωντανές και αυθεντικές εκφράσεις της σύγχρονης µουσικής ιστορίας.
Η µουσική της δεκαετίας του ’80 είναι για πολλούς κάτι περισσότερο από µια απλή κατηγορία τραγουδιών· είναι µια ολόκληρη εποχή γεµάτη χρώµα, συναίσθηµα και πειραµατισµό. Όταν λέµε ότι «η µουσική των ’80s τα είχε όλα από λίγο», δεν πρόκειται για υπερβολή. Ήταν µια δεκαετία όπου διαφορετικά είδη συνυπήρχαν, αναµιγνύονταν και δηµιουργούσαν έναν µοναδικό ήχο που µέχρι σήµερα προκαλεί νοσταλγία. Αρχικά, τα ’80s χαρακτηρίζονται από τη µεγάλη ποικιλία µουσικών στιλ. Η ποπ µουσική γνώρισε τεράστια άνθηση µε καλλιτέχνες όπως ο Michael Jackson και η Madonna, οι οποίοι δεν έφεραν µόνο επιτυχίες στα charts αλλά επηρέασαν και τη µόδα, τον χορό και την κουλτούρα της εποχής. Τα τραγούδια τους είχαν έντονο ρυθµό, µελωδίες που έµεναν στο µυαλό και παραγωγή που αξιοποιούσε τις νέες τεχνολογίες της εποχής, όπως τα synthesizers και τα drum machines.
Παράλληλα, η ροκ µουσική συνέχιζε να εξελίσσεται δυναµικά. Συγκροτήµατα όπως οι Queen και οι Bon Jovi έφεραν έναν ήχο γεµάτο ενέργεια, κιθαριστικά riffs και δυνατές φωνές. Τα τραγούδια τους µπορούσαν να είναι άλλοτε εκρηκτικά και άλλοτε συναισθηµατικά, δηµιουργώντας µια ισορροπία ανάµεσα στη δύναµη και τη µελωδία.
Ένα ακόµη χαρακτηριστικό της µουσικής των ’80s ήταν ο έντονος ροµαντισµός και η συναισθηµατική έκφραση. Οι µπαλάντες της εποχής είχαν τη δύναµη να αγγίζουν βαθιά τους ακροατές. Καλλιτέχνες όπως ο George Michael και συγκροτήµατα όπως οι Wham! δηµιούργησαν τραγούδια που µιλούσαν για την αγάπη, τον χωρισµό, τη νοσταλγία και τα όνειρα. Αυτές οι µελωδίες είχαν µια ιδιαίτερη ζεστασιά και συχνά συνοδεύονταν από χαρακτηριστικούς ήχους συνθεσάιζερ που σήµερα αναγνωρίζονται αµέσως.
Στη δεκαετία του '80 η ραδιοφωνική εκποµπή που παρουσιάζω είχε εκατοµµύρια φίλους σε όλη την Ελλάδα και δηµιούργησε, θα τολµούσα να πω, ένα µικρό θρύλο, ήταν και η υλοποίηση της ιδέας που είχαµε µε τον Ζουγρή να δηµιουργήσουµε από το 1978 το «Ποπ & Ροκ» ώστε θα έλεγα πραγµατοποιήθηκαν όλα σχεδόν τα παιδικά µας όνειρα.
Σκεφτείτε όλα αυτά τα χρόνια µε πόσους εκατοντάδες πασίγνωστους καλλιτέχνες έχουµε δειπνήσει ή περάσαµε κάποιες ώρες. Με τους Beatles δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω κάποια συνάντηση, µόνο τον McCartney έχω συναντήσει. Τα ’80s όµως δεν ήταν µόνο ποπ και ροκ. Ήταν επίσης η δεκαετία όπου η ηλεκτρονική µουσική και το synth-pop απέκτησαν µεγάλη δηµοτικότητα. Συγκροτήµατα όπως οι Depeche Mode και οι Duran Duran δηµιούργησαν έναν πιο «ατµοσφαιρικό» ήχο, γεµάτο ηλεκτρονικά στοιχεία και ιδιαίτερες αισθητικές επιλογές. Τα τραγούδια τους είχαν συχνά έναν µυστηριώδη ή µελαγχολικό τόνο, που τα έκανε να ξεχωρίζουν.
Ένας ακόµη λόγος που η µουσική των ’80s ξεχωρίζει είναι η στενή σχέση της µε την εικόνα. Η εµφάνιση του MTV άλλαξε τον τρόπο µε τον οποίο οι άνθρωποι κατανάλωναν µουσική. Τα µουσικά βίντεο έγιναν εξίσου σηµαντικά µε τα ίδια τα τραγούδια. Οι καλλιτέχνες άρχισαν να δηµιουργούν ολόκληρες οπτικές ιστορίες για να συνοδεύσουν τη µουσική τους, κάνοντας την εµπειρία πιο ολοκληρωµένη και εντυπωσιακή. Επιπλέον, η µουσική εκείνης της εποχής είχε µια αίσθηση ελευθερίας και πειραµατισµού. Οι καλλιτέχνες δεν φοβούνταν να δοκιµάσουν νέους ήχους, να αναµίξουν διαφορετικά είδη ή να δηµιουργήσουν κάτι που δεν είχε ακουστεί ξανά. Αυτή η δηµιουργικότητα έδωσε στη δεκαετία έναν χαρακτήρα µοναδικό, που ακόµη και σήµερα επηρεάζει τη σύγχρονη µουσική.
Ίσως όµως το πιο σηµαντικό στοιχείο της µουσικής των ’80s είναι το συναίσθηµα που κουβαλά. Για πολλούς ανθρώπους, αυτά τα τραγούδια συνδέονται µε αναµνήσεις: καλοκαίρια, έρωτες, παρέες και στιγµές που έµειναν αξέχαστες. Όταν ακούγεται ένα κοµµάτι από εκείνη την εποχή, δεν ακούµε απλώς µια µελωδία· επιστρέφουµε για λίγο σε µια άλλη περίοδο της ζωής µας. Γι’ αυτό η µουσική των ’80s συνεχίζει να αγαπιέται µέχρι σήµερα. Είχε ρυθµό, συναίσθηµα, πειραµατισµό και αυθεντικότητα. Είχε λίγο απ’ όλα – και ίσως αυτός είναι ο λόγος που κατάφερε να µείνει διαχρονική.
Η δεκαετία του ’90 θεωρείται από πολλούς µια περίοδος κορύφωσης για τη σύγχρονη µουσική. Μέχρι τότε είχαν ήδη διαµορφωθεί τα περισσότερα από τα µεγάλα είδη που κυριαρχούν ακόµη και σήµερα: ροκ, ποπ, χιπ-χοπ, ηλεκτρονική µουσική και εναλλακτικοί ήχοι. Στα ’90s αυτά τα είδη όχι µόνο ωρίµασαν, αλλά έφτασαν σε ένα σηµείο δηµιουργικής ολοκλήρωσης, όπου συνδυάστηκαν η τεχνολογία, η κουλτούρα των νέων και η παγκόσµια διάδοση της µουσικής βιοµηχανίας.
Στη ροκ σκηνή, το κίνηµα της grunge άλλαξε το τοπίο µε συγκροτήµατα όπως οι Nirvana και οι Pearl Jam, εκφράζοντας την απογοήτευση και την αυθεντικότητα µιας νέας γενιάς. Παράλληλα, το εναλλακτικό ροκ γνώρισε τεράστια άνθηση µε καλλιτέχνες όπως οι Radiohead, οι οποίοι πειραµατίστηκαν µε νέες µορφές έκφρασης και πιο σύνθετες µουσικές δοµές.
Την ίδια στιγµή, το χιπ-χοπ έφτανε σε µια χρυσή εποχή δηµιουργικότητας και επιρροής, µε µορφές όπως ο Tupac Shakur και ο Notorious B.I.G. να καθορίζουν τον ήχο και τη θεµατολογία του είδους. Η ποπ µουσική γνώρισε επίσης τεράστια εµπορική επιτυχία, µε καλλιτέχνες όπως η Madonna και οι Spice Girls να δηµιουργούν παγκόσµια φαινόµενα.
Σηµαντικό ρόλο έπαιξε και η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής µουσικής. Το rave, τα clubs και η άνοδος των DJs διαµόρφωσαν νέες εµπειρίες ακρόασης και διασκέδασης. Είδη όπως techno, house και trance απέκτησαν παγκόσµιο κοινό και επηρέασαν τη µουσική παραγωγή των επόµενων δεκαετιών.
Γι’ αυτό αρκετοί υποστηρίζουν ότι στα ’90s «ολοκληρώθηκε» ένας κύκλος στη µουσική ιστορία. Τα βασικά είδη είχαν ήδη διαµορφωθεί, οι ήχοι είχαν εξερευνηθεί σε µεγάλο βαθµό και οι νέες τεχνολογίες είχαν µπει δυναµικά στην παραγωγή. Από εκεί και µετά, µεγάλο µέρος της µουσικής που ακολούθησε βασίστηκε σε συνδυασµούς, αναβιώσεις ή εξελίξεις αυτών των στοιχείων.
Παρόλο που η µουσική συνεχίζει να εξελίσσεται, η δεκαετία του ’90 παραµένει για πολλούς µια εποχή όπου η δηµιουργικότητα, η ποικιλία και η πολιτισµική επιρροή έφτασαν σε ένα µοναδικό σηµείο ισορροπίας, αφήνοντας µια κληρονοµιά που εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη µουσική σκηνή.
O αιώνας που διανύουµε δεν έχει κάτι συνταρακτικό από µουσικής πλευράς, όλοι περιµένουν το νέο µεγάλο πράγµα και η Taylor Swift θα µπορούσαµε να πούµε έκανε τον κύκλο της.
Τα µουσικά περιοδικά ουσιαστικά δεν υπάρχουν πια, κινούνται µόνο µε τις διαδικτυακές τους σελίδες και δεν επηρεάζουν πια όπως παλιά. Σε όλη την ιστορία της µουσικής µία οµάδα από καλλιτέχνες ήταν αυτή που άλλαζε τις µουσικές τάσεις, τώρα τις αλλάζουν οι πλατφόρµες, που κατευθύνουν τον κόσµο στην κορεάτικη ποπ, την ποπ των γυναικών που προσελκύει τα νεαρά κορίτσια αλλά απωθεί τα αγόρια από τη µουσική, αφού το ροκ εδώ και πολλά χρόνια δεν είναι στις προτιµήσεις αυτών που κατευθύνουν τις τύχες µας. 'Ενα µεγάλο µέρος του κοινού παραµένει βέβαια πιστό και ίσως δούµε κάποια αλλαγή στο κοντινό µέλλον, δηλαδή πριν από το 2030.
O Γιάννης Πετρίδης δώρισε στο Ίδρυµα Ωνάση µία από τις µεγαλύτερες συλλογές δίσκων παγκοσµίως, καθώς και το αρχείο του
Από την αρχαιότητα
στο άπειρο
Η περιπέτεια της ανθρώπινης συνείδησης
Δρ Γιάννης Αυγουστάτος
MD Ψυχίατρος, Ψυχοθεραπευτής
Σε µια εποχή όπου η πληροφορία πολλαπλασιάζεται αλλά η κατανόηση συρρικνώνεται, η ιστορία της διανόησης δεν αποτελεί απλώς ένα παρελθόν προς µελέτη, αλλά έναν καθρέφτη του παρόντος. Από τον µύθο έως τον λόγο, από τη φιλοσοφία έως την επιστήµη και από εκεί στην κρίση της σύγχρονης σκέψης, το ερώτηµα παραµένει ανοιχτό: Μπορεί η διανόηση να ανακτήσει το βάθος, την ευθύνη και τον προσανατολισµό της;
Από τον µύθο στη συνείδηση του εαυτού
Η ιστορία της διανόησης στον δυτικό κόσµο δεν είναι απλώς η ιστορία ιδεών, θεωριών και φιλοσοφικών συστηµάτων. Είναι η ιστορία του ανθρώπου που επιχειρεί να κατανοήσει τον εαυτό του µέσα στον κόσµο και πέρα από αυτόν· η περιπέτεια της ανθρώπινης συνείδησης, καθώς περνά από διαφορετικές µορφές πρόσληψης της πραγµατικότητας: από τον µύθο στον λόγο, από τον λόγο στην κριτική αυτοσυνειδησία και, από εκεί, στην αναζήτηση µιας βαθύτερης εσωτερικής επίγνωσης. Η πορεία αυτή δεν είναι γραµµική ούτε ανέφελη. Κάθε εποχή ανοίγει νέους ορίζοντες, αλλά ταυτόχρονα δηµιουργεί νέες αυταπάτες, νέες βεβαιότητες και νέα αδιέξοδα.
Συνεχεια Αναγνωσης
Από τον µύθο στον λόγο – Προσωκρατικοί
Στις απαρχές της ανθρώπινης σκέψης ο κόσµος δεν γινόταν αντιληπτός πρωτίστως ως αντικείµενο ανάλυσης, αλλά ως πεδίο συµµετοχής. Ο άνθρωπος δεν στεκόταν απέναντι στη φύση ως ουδέτερος παρατηρητής, αλλά βίωνε τον εαυτό του ως µέρος µιας ζωντανής, ιερής και συχνά αινιγµατικής ολότητας. Οι µύθοι των αρχαίων πολιτισµών δεν πρέπει να θεωρούνται ένα πρωτόγονο στάδιο κατανόησης, που δήθεν ξεπεράστηκε από τον ορθό λόγο. Αντίθετα, αποτελούν µια βαθιά συµβολική και ποιητική γλώσσα που εµπεριέχει αρχετυπικές µορφές και µυητική γνώση. Ο µύθος δεν εξηγεί τον κόσµο µε όρους αιτιότητας· τον φωτίζει µε όρους νοήµατος.
Η γέννηση της φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα δεν καταργεί αυτή τη διάσταση, αλλά µετατοπίζει τον τρόπο προσέγγισης. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι επιχειρούν για πρώτη φορά να αναζητήσουν τις αρχές του κόσµου µε όρους σκέψης. Η φύση γίνεται αντικείµενο συστηµατικής διερεύνησης και η φιλοσοφία γεννιέται ως προσπάθεια κατανόησης της πραγµατικότητας µέσω της νόησης. ∆εν πρόκειται ακόµη για επιστήµη µε τη νεότερη έννοια, αλλά για µια τολµηρή πνευµατική τοµή: ο κόσµος παύει να ερµηνεύεται αποκλειστικά µέσω µυθολογικών αφηγήσεων και αρχίζει να προσεγγίζεται ως τάξη που µπορεί να γίνει αντικείµενο νόησης.
Ο Θαλής αναζητά την αρχή των πάντων στο νερό, υποστηρίζοντας ότι πίσω από την πολλαπλότητα των φαινοµένων υπάρχει µια ενιαία βάση. Ο Αναξίµανδρος προχωρά βαθύτερα, µιλώντας για το «άπειρον» ως αόριστη και απεριόριστη πηγή των όντων, ενώ ο Αναξιµένης θεωρεί τον αέρα θεµελιώδες στοιχείο, εισάγοντας ταυτόχρονα την ιδέα της µεταβολής των µορφών. Ο Ηράκλειτος τονίζει τη διαρκή ροή και τη δυναµική ενότητα των αντιθέτων: ο κόσµος συγκροτείται µέσα από κίνηση, ένταση και µεταµόρφωση. Αντίθετα, ο Παρµενίδης υποστηρίζει ότι η αληθινή πραγµατικότητα είναι αµετάβλητη, ενιαία και ακίνητη, και ότι η αλλαγή ανήκει στο επίπεδο της φαινοµενικής εµπειρίας. Ήδη, λοιπόν, από τους πρώτους φιλοσόφους τίθεται ένα από τα θεµελιώδη ερωτήµατα της δυτικής σκέψης: Είναι η πραγµατικότητα γίγνεσθαι ή είναι;
Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης
Η κλασική ελληνική φιλοσοφία φέρνει τη διανόηση σε µια πρώτη µεγάλη ακµή. Ο Σωκράτης µετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη φύση στον άνθρωπο. Το αίτηµά του δεν είναι απλώς η γνώση, αλλά η αυτογνωσία. Με αυτόν, η φιλοσοφία γίνεται ηθική και υπαρξιακή αναζήτηση. Ο Πλάτων αναπτύσσει µια µεγαλειώδη µεταφυσική σύλληψη, όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται στα µεταβαλλόµενα φαινόµενα, αλλά σε έναν υπερβατικό κόσµο ιδεών. Ο Αριστοτέλης, πιο γειωµένος, θεµελιώνει τη λογική, την εµπειρική παρατήρηση και τη συστηµατική ταξινόµηση της γνώσης. Με αυτούς τους τρεις στοχαστές διαµορφώνεται το βασικό σχήµα της δυτικής διανόησης: η αναζήτηση της αλήθειας ως ταυτόχρονα λογική, ηθική και οντολογική πράξη.
Η µεσαιωνική σύνθεση: πίστη και λόγος
Με την επικράτηση του χριστιανισµού, η διανόηση εισέρχεται σε µια νέα φάση, όπου η αλήθεια δεν αναζητείται µόνο µέσω της λογικής, αλλά και µέσω της πίστης. Η φιλοσοφία συνδέεται στενά µε τη θεολογία και το ερώτηµα του νοήµατος αποκτά βαθύτερη υπαρξιακή φόρτιση. Ο Αυγουστίνος στρέφεται προς την εσωτερικότητα και προσεγγίζει την αλήθεια µέσα από τη µνήµη, την ψυχή και την εσωτερική εµπειρία. Ο Θωµάς Ακινάτης επιχειρεί να συµφιλιώσει τον χριστιανισµό µε τον Αριστοτέλη, συνθέτοντας πίστη και λόγο σε ένα συνεκτικό σύστηµα. Συχνά o Μεσαίωνας παρουσιάζεται απλουστευτικά ως εποχή «σκότους». Στην πραγµατικότητα, πρόκειται για µια περίοδο όπου η διανόηση αναζητά τρόπους να κρατήσει ζωντανή τη λογική, χωρίς να αποκοπεί από το υπαρξιακό και πνευµατικό βάθος της πίστης.
Η Αναγέννηση και ο ∆ιαφωτισµός
Η Αναγέννηση σηµατοδοτεί µια ισχυρή επιστροφή στον άνθρωπο, στη δηµιουργικότητα και στην εγκόσµια ζωή. Η αρχαιότητα ανακαλύπτεται εκ νέου, η τέχνη ανθεί, η επιστηµονική παρατήρηση ενισχύεται και ο άνθρωπος αρχίζει να αισθάνεται όχι µόνο δηµιούργηµα, αλλά και δηµιουργός. Ο ∆ιαφωτισµός µετατρέπει αυτή τη δυναµική σε ένα πρόγραµµα απελευθέρωσης µέσω της λογικής. Η πρόοδος, η εκπαίδευση, η κριτική σκέψη και η αµφισβήτηση της αυθεντίας αναδεικνύονται σε θεµελιώδεις αξίες. Ο άνθρωπος εµπιστεύεται όλο και περισσότερο τον νου του και θεωρεί ότι µπορεί να ανασχεδιάσει την κοινωνία, την πολιτική και την ιστορία. Μαζί µε αυτή την αυτοπεποίθηση, όµως, αρχίζει να αναπτύσσεται και µια νέα µονοµέρεια: η τάση να θεωρηθεί η λογική επαρκής για την πλήρη κατανόηση του ανθρώπου.
Η επιστηµονική επανάσταση: ο κόσµος ως µηχανή
Η επιστηµονική επανάσταση άλλαξε ριζικά την εικόνα του κόσµου. Ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας θεµελίωσαν µια µαθηµατική κατανόηση της φύσης, µέσα στην οποία το σύµπαν εµφανίζεται ως τάξη νόµων, υπολογίσιµη και προβλέψιµη. Ο Καρτέσιος τοποθετεί το σκεπτόµενο υποκείµενο στο κέντρο της βεβαιότητας, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει µια δυϊστική αντίληψη που διαχωρίζει νου και ύλη. Ο κόσµος αρχίζει να προσεγγίζεται ως µηχανή και ο άνθρωπος ως ο παρατηρητής και ερµηνευτής της. Η κατάκτηση αυτή υπήρξε κοσµοϊστορική. Όµως είχε και ένα τίµηµα: Η ποσοτική και µηχανιστική αντίληψη της πραγµατικότητας άφησε συχνά στο περιθώριο τις ποιότητες της εµπειρίας, το νόηµα, την υποκειµενικότητα και την εσωτερική ζωή.
18ος αιώνας
Στον 18ο αιώνα η διανόηση κινείται ανάµεσα σε δύο µεγάλες κατευθύνσεις που επιχειρούν να θεµελιώσουν τη γνώση. Από τη µία πλευρά, οι εµπειριστές φιλόσοφοι, όπως ο Τζον Λοκ, ο Ντέιβιντ Χιουµ και ο Τζορτζ Μπέρκλεϊ, υποστηρίζουν ότι η γνώση προέρχεται από την εµπειρία και τις αισθήσεις. Ο νους, σύµφωνα µε τον Λοκ, είναι αρχικά «λευκή σελίδα», ενώ ο Χιουµ φτάνει να αµφισβητήσει ακόµη και την έννοια της αιτιότητας ως βεβαιότητα της νόησης. Από την άλλη πλευρά, η ιδεαλιστική παράδοση, µε κορυφαίες µορφές τον Ιµάνουελ Καντ, τον Γιόχαν Γκότλιµπ Φίχτε και τον Γκέοργκ Βίλχελµ Φρίντριχ Χέγκελ, µετατοπίζει το βάρος στη δραστηριότητα του ίδιου του νου. Ο Καντ επιχειρεί µια σύνθεση, υποστηρίζοντας ότι η γνώση προκύπτει από τη συνεργασία εµπειρίας και νοητικών κατηγοριών, ενώ ο γερµανικός ιδεαλισµός δίνει έµφαση στον ενεργό ρόλο της συνείδησης στη συγκρότηση της πραγµατικότητας. Η αντιπαράθεση αυτή δεν επιλύεται οριστικά· αναδεικνύει όµως το κεντρικό πρόβληµα της νεωτερικής φιλοσοφίας: πώς γνωρίζουµε αυτό που θεωρούµε πραγµατικό.
19ος αιώνας
Ο 19ος αιώνας είναι εποχή έντασης, βάθους και µεγάλων ανατροπών. Ο Χέγκελ βλέπει την ιστορία ως εξέλιξη της συνείδησης µέσα από αντιθέσεις και υπερβάσεις. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς µεταφέρουν τη διαλεκτική στο πεδίο της κοινωνίας και της οικονοµίας, αναδεικνύοντας τον ρόλο των υλικών σχέσεων και της ταξικής σύγκρουσης. Ο Νίτσε, µε ριζοσπαστικό τρόπο, αµφισβητεί τα θεµέλια της δυτικής ηθικής και αποκαλύπτει την κρίση του νοήµατος που υποβόσκει πίσω από τις βεβαιότητες του πολιτισµού. Η διανόηση δεν είναι πια απλώς όργανο κατανόησης· γίνεται δύναµη κριτικής, αποδόµησης και αναθεµελίωσης.
Ο 20ός αιώνας και η διάλυση των βεβαιοτήτων
Ο 20ός αιώνας συντάραξε τη δυτική αυτοπεποίθηση. Οι παγκόσµιοι πόλεµοι, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι ιδεολογίες και οι µαζικές καταστροφές κλόνισαν τη βεβαιότητα ότι η ιστορία βαδίζει αναγκαία προς την πρόοδο. Ο Φρόιντ έδειξε ότι ο άνθρωπος δεν είναι κύριος του εαυτού του, αφού η σκέψη και η συµπεριφορά του επηρεάζονται από ασυνείδητες δυνάµεις. Ο Γιουνγκ ανέδειξε τα αρχέτυπα και το συλλογικό ασυνείδητο, ανοίγοντας έναν διάλογο ανάµεσα στην ψυχολογία, τον µύθο και την πνευµατική παράδοση. Η υπαρξιακή σκέψη, από τον Κίρκεγκορ έως τον Σαρτρ και τον Καµί, έθεσε τον άνθρωπο µπροστά στην ελευθερία, την αγωνία και την ευθύνη του.
Η µετανεωτερικότητα: αµφισβήτηση και ρευστότητα
Στη µετανεωτερική συνθήκη, οι µεγάλες αφηγήσεις και οι καθολικές βεβαιότητες τίθενται υπό αµφισβήτηση. Η αλήθεια εµφανίζεται πιο σχετική, η γνώση πιο κατακερµατισµένη και η ταυτότητα πιο ρευστή. Η εποχή µας κέρδισε σε ευαισθησία απέναντι στη διαφορά, αλλά συχνά έχασε σε εσωτερικό άξονα. Η διανόηση δεν στηρίζεται πια σε ακλόνητα θεµέλια, γεγονός που την καθιστά πιο ταπεινή, αλλά και πιο ευάλωτη στη διάχυση, στον σχετικισµό και στην αποσπασµατικότητα.
Διανοητές και διανοούµενοι
Σ’ αυτή την ιστορική ανασκόπηση χρειάζεται µια ουσιαστική διάκριση ανάµεσα στον διανοητή, δηλαδή τον στοχαστή, και τον διανοούµενο. Ο στοχαστής αναζητά την αλήθεια ως υπαρξιακή ανάγκη. Ο διανοούµενος δρα στον δηµόσιο χώρο, ερµηνεύει, παρεµβαίνει, επηρεάζει. Στις πιο δηµιουργικές στιγµές της ιστορίας, οι δύο ιδιότητες συνέπιπταν. Ο Λούθηρος, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δεν υπήρξαν απλώς θεωρητικοί, αλλά συνέδεσαν τη σκέψη µε την ιστορία και τη θεωρία µε τη µεταµόρφωση της κοινωνίας.
Μορφές όπως ο Γιούργκεν Χάµπερµας, που υπερασπίστηκε τον ορθολογικό διάλογο και τη δηµοκρατική δηµόσια σφαίρα, ο Νόαµ Τσόµσκι, µε τη διαρκή κριτική του στις δοµές εξουσίας, και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, που ανέδειξε την αυτονοµία ως θεµελιώδη αρχή της κοινωνίας, δείχνουν ότι η διανόηση µπορεί ακόµη να διατηρεί τον ριζικό της χαρακτήρα.
Στο ίδιο πνεύµα, ο Μισέλ Φουκό αποκάλυψε τους λεπτούς µηχανισµούς εξουσίας που διαπερνούν την καθηµερινότητα, ενώ η Χάνα Άρεντ ανέδειξε µε οξύτητα την ευθύνη του ατόµου απέναντι στο κακό και τη δηµόσια πράξη.
Βεβαίως, στην ιστορία της διανόησης υπήρξαν στοχαστές που δεν στάθηκαν απέναντι στην εξουσία, αλλά την υπηρέτησαν, προσφέροντας θεωρητική νοµιµοποίηση σε ολοκληρωτικά και φασιστικά καθεστώτα. Η διανόηση, αποκοµµένη από την ηθική της διάσταση, µπορεί να µετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησης αντί για δύναµη απελευθέρωσης.
Σήµερα, ωστόσο, η θέση του διανοούµενου φαίνεται να έχει αποδυναµωθεί. Η γνώση έχει καταστεί εξειδικευµένη και συχνά ενταγµένη σε θεσµικά και οικονοµικά πλαίσια που καθορίζουν τη χρήση και την κατεύθυνσή της. Ο διανοούµενος µετατρέπεται συχνά σε «ειδικό», µε τεχνικό ρόλο, αποκοµµένο από µια ευρύτερη ηθική αποστολή. Η διαµόρφωση της κοινής γνώµης δεν περνά πλέον κυρίως από τους κλασικούς διανοούµενους, αλλά από τα µέσα µαζικής επικοινωνίας και τα ψηφιακά δίκτυα. Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος της δηµοσιογραφίας καθίσταται καθοριστικός. Όταν όµως η ενηµέρωση εντάσσεται σε οικονοµικές και πολιτικές εξαρτήσεις, η διάκριση ανάµεσα στην πληροφόρηση και την επιρροή θολώνει. ∆εν πρόκειται πάντα για άµεση προπαγάνδα, αλλά για πιο λεπτές µορφές κατεύθυνσης της σκέψης, όπου η επιλογή των θεµάτων, η οπτική παρουσίασης και η επανάληψη διαµορφώνουν σταδιακά την αντίληψη του κοινού.
Η δηµόσια σφαίρα κατακλύζεται από αποσπασµατικές πληροφορίες, ενώ η δυνατότητα ουσιαστικού στοχασµού περιορίζεται από την ταχύτητα και την επιφανειακότητα της επικοινωνίας. Έτσι, η ανεξαρτησία της διανόησης δεν καταργείται άµεσα, αλλά συχνά περιορίζεται έµµεσα µέσω της ένταξής της σε ευρύτερους µηχανισµούς επιρροής.
Από την Τεχνητή Νοηµοσύνη στην Πνευµατική Νοηµοσύνη
Ο κόσµος σήµερα γνωρίζει, λίγο-πολύ, την τεχνητή νοηµοσύνη, η οποία έχει εισβάλει σε κάθε τοµέα της καθηµερινότητας. Αντίθετα, οι περισσότεροι αγνοούν την πνευµατική νοηµοσύνη ή τη συγχέουν µε τη θρησκευτικότητα. Κι όµως, ήδη ο Πλωτίνος είχε κάνει σαφή τη διάκριση ανάµεσα στη διάνοια και στον υπερβατικό Νου. Η διάνοια αναλύει, διακρίνει, επεξεργάζεται έννοιες. Ο Νους, αντίθετα, συλλαµβάνει άµεσα την ενότητα και το βαθύτερο νόηµα της πραγµατικότητας. Η τεχνητή νοηµοσύνη, όσο εξελιγµένη κι αν είναι, λειτουργεί στο επίπεδο της διάνοιας. Μπορεί να συνθέτει, να αναλύει, να επεξεργάζεται δεδοµένα και να προσοµοιώνει µορφές σκέψης, αλλά δεν διαθέτει επίγνωση, εσωτερική εµπειρία ή βίωµα νοήµατος. Η πνευµατική νοηµοσύνη, αντιθέτως, αποτελεί αποκλειστικά ανθρώπινη δυνατότητα, στον βαθµό που καλλιεργείται. ∆εν είναι απλή γνωστική ικανότητα, αλλά βαθύτερη ανάπτυξη της συνείδησης. Η µεγάλη πρόκληση της εποχής δεν είναι να ανταγωνιστούµε τη µηχανή στο επίπεδο της υπολογιστικής δύναµης, αλλά να αναπτύξουµε εκείνο που δεν µπορεί να αυτοµατοποιηθεί: την επίγνωση, την ευθύνη, τη σοφία.
Η διανόηση δεν είναι προνόµιο των λίγων
Η διανόηση µας έµαθε να εξηγούµε τον κόσµο· η εποχή µάς καλεί να τον κατανοήσουµε εκ νέου. Αν ο λόγος άνοιξε δρόµους γνώσης, η συνείδηση καλείται να τους δώσει κατεύθυνση. Σε έναν κόσµο που σκέφτεται όλο και πιο γρήγορα, το ουσιαστικό ερώτηµα παραµένει πιο αργό και πιο απαιτητικό: όχι τι µπορούµε να γνωρίζουµε, αλλά ποιοι επιλέγουµε να γίνουµε. Εκεί, στη σιωπηλή ευθύνη της επίγνωσης, αρχίζει το αληθινό µέτρο της ανθρώπινης νοηµοσύνης. Η διανόηση, αν θέλει να ανακτήσει τον ρόλο της, δεν αρκεί να πολλαπλασιάζει πληροφορίες· χρειάζεται να επανασυνδεθεί µε το νόηµα και την ευθύνη. Να ξαναγίνει κριτική χωρίς να γίνεται κυνική, ελεύθερη χωρίς να γίνεται αποκοµµένη, δηµιουργική χωρίς να γίνεται εργαλειακή. Να τολµήσει να σταθεί απέναντι στις ευκολίες της εποχής και να υπερασπιστεί τον χρόνο της σκέψης, σε έναν κόσµο που επιβραβεύει την ταχύτητα.
Ταυτόχρονα, η διανόηση δεν είναι προνόµιο των λίγων. Σε έναν βαθµό, κάθε άνθρωπος µπορεί να γίνει φορέας της, όχι µέσα από τη συσσώρευση γνώσεων, αλλά µέσα από την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και το άνοιγµα της συνείδησης. Η ικανότητα να αµφισβητούµε, να αναστοχαζόµαστε, να ακούµε χωρίς προκαταλήψεις και να αναζητούµε νόηµα, πέρα από την επιφάνεια των πραγµάτων, αποτελεί µια µορφή εσωτερικής παιδείας που δεν επιβάλλεται, αλλά καλλιεργείται. Ίσως, τελικά, η αναγέννηση της διανόησης να µην ξεκινήσει από τα µεγάλα συστήµατα, αλλά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Από τη στιγµή που επιλέγει να µη ζει µηχανικά, να µη σκέφτεται δανεικά, να µη συναινεί άκριτα. Από τη στιγµή που στρέφεται προς τον εαυτό του όχι µε αυτάρκεια, αλλά µε επίγνωση. Γιατί η διανόηση, όταν παραµένει ζωντανή, δεν είναι απλώς τρόπος σκέψης, είναι τρόπος ύπαρξης. Και τότε, ακόµη και µέσα στον θόρυβο της εποχής, µπορεί να λειτουργήσει ως ήσυχη αλλά σταθερή δύναµη φωτός.
Η επιστροφή του Σωκράτη:
Μαθηµατικά για κριτική σκέψη την εποχή της Τ.Ν.
Ξενοφών Διον. Μουσάς
Αστρονόμος, Καθηγητής Φυσικής Διαστήματος, ΕΚΠΑ
Η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν είναι επιλογή, αλλά η νέα πραγµατικότητα. Όπως η γραφή, οι υπολογιστές, το διαδίκτυο, η Τ.Ν. θα χωρίσει τον κόσµο σε αυτούς που τη χρησιµοποιούν ως «εξωσκελετό» του µυαλού τους και σε αυτούς που θα µείνουν πίσω. Η Τ.Ν. δεν θα αντικαταστήσει τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που τη χρησιµοποιεί θα αντικαταστήσει αυτόν που την αγνοεί. Η εξοικείωση είναι πλέον ζήτηµα επιβίωσης και κυριαρχίας στη νέα παγκόσµια αγορά.
Ο διανοούµενος στην εποχή της Τεχνητής Νοηµοσύνης καλείται να µεταβεί από τον ρόλο του δηµιουργού ιδεών και παρόχου απαντήσεων απλώς, σε επιµελητή καταλλήλων ερωτήσεων προς την Τ.Ν.; Ασφαλώς όχι. Ο διανοούµενος καλείται να αντιµετωπίζει προκλήσεις που αφορούν την ουσία της ανθρώπινης διανόησης, µε τη δηµιουργική περιέργεια. Η φαντασία είναι σηµαντικότερη από τη γνώση και το σχολείο οφείλει να καλλιεργεί την ελεύθερη προσωπικότητα. Κατά τον Αϊνστάιν εκπαίδευση είναι η εξάσκηση της διανόησης χωρίς αποστήθιση. Η παιδεία, έλεγε, είναι ό,τι αποµένει αφού ξεχάσουµε όσα µάθαµε στις σχολικές αίθουσες, προάγοντας την αυτόνοµη διανόηση.
Η πρόοδος είναι αποτέλεσµα της «θείας περιέργειας» του Αϊνστάιν και της δηµιουργικής φαντασίας. Στην εποχή της Τ.Ν., η εκπαίδευση µετατοπίζεται από την αποµνηµόνευση στην κριτική σκέψη. Η φαντασία και η ικανότητα διατύπωσης ερωτηµάτων υπερέχουν της απλής πληροφορίας. Όπως είπε ο Αϊνστάιν, η µάθηση είναι η εκγύµναση του νου να σκέφτεται, καθιστώντας την περιέργεια το σηµαντικότερο εφόδιο για τη σωστή αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Η Τεχνητή Νοηµοσύνη µετατρέπει τον άνθρωπο από εκτελεστή σε στρατηγικό καθοδηγητή. Αναλαµβάνοντας το τεχνικό µέρος σε επιστήµες και τέχνες, η Τ.Ν. απελευθερώνει τη δηµιουργική ενέργεια για υψηλή σύνθεση και κριτική επιλογή. Έτσι, η ανθρώπινη διανόηση εστιάζει στην πρωτογενή φαντασία και την αναζήτηση της βαθύτερης αλήθειας, ενισχύοντας την παραγωγή καινοτόµων ιδεών. Η µετάβαση µπορεί να αυξήσει την ποιοτική διαφορά µεταξύ των δηµιουργών.
Συνεχεια Αναγνωσης
Διανόηση και νέοι στην Ελλάδα στην εποχή της Τ.Ν.
Η φοίτηση στα πανεπιστήµια ευτυχώς έγινε δωρεάν το 1964 και η διανόηση ανοίχτηκε σε όλες/ους. Πολλά βελτιώθηκαν. Η διανόηση των νέων στη σύγχρονη Ελλάδα χαρακτηρίζεται από µια ισχυρή διαχρονική και δυναµική σχέση. ∆ιαµορφώνεται σε περιβάλλον προκλήσεων και δυνατοτήτων Τ.Ν. Οι συνθήκες επηρεάζουν εκπαίδευση και διανόηση. Οι νέοι, βιώνοντας το νέο περιβάλλον και τις συνέπειες οικονοµικών κρίσεων και εγκλεισµού Covid, στρέφονται στην κριτική σκέψη, βιώνοντας και εκµεταλλευόµενοι νέες δυνατότητες και αναζητώντας νέες µορφές έκφρασης πέρα από τα χθεσινά παραδοσιακά ακαδηµαϊκά πλαίσια. Η νεολαία γίνεται κοινωνός, µέσω διαδικτύου, κοινωνικών κινηµάτων και πολιτισµικών δράσεων που µέχρι χθες ήταν άγνωστα ή δυσπρόσιτα. Η επίδραση της ψηφιακής τεχνολογίας, των κοινωνικών δικτύων και της Τεχνητής Νοηµοσύνης στις γνωστικές λειτουργίες έχει πολλές και κάποιες αντιφατικές όψεις. Η Τεχνητή Νοηµοσύνη και τα ψηφιακά εργαλεία µπορούν να βελτιώσουν τη µάθηση και την πρόσβαση στη γνώση, εφόσον χρησιµοποιούνται µε κατάλληλη εκπαίδευση, µε µέτρο και επίγνωση. Η υπερβολική χρήση συνεπάγεται διάσπαση προσοχής, µειωµένη ικανότητα µνήµης και γνωστική υπερφόρτωση, φαινόµενα εθισµού. Γνωστικές λειτουργίες αποδυναµώνονται. Η υπερπληροφόρηση δυσκολεύει κριτική σκέψη και λήψη αποφάσεων (1).
Κίνδυνοι Τ.Ν. στην Ελλάδα.
Η υπερβολική εξάρτηση από την Τ.Ν. προκαλεί «γνωστική οκνηρία», καθώς η ανάθεση της σκέψης παρακάµπτει την κριτική ανάλυση. Η απουσία πνευµατικού µόχθου αποδυναµώνει τη µνήµη και τη νευροπλαστικότητα, µετατρέποντας τον στοχαστή σε παθητικό δέκτη. Η εκπαίδευση στην κριτική χρήση της Τ.Ν. είναι απαραίτητη. Αν χρησιµοποιηθεί ως εφαλτήριο και όχι ως τελικό αποτέλεσµα, ενισχύει τη σκέψη χωρίς να αφοπλίζει τον εγκέφαλο. Η πρόκληση για τη σύγχρονη διανόηση είναι η διατήρηση της αυτενέργειας και για τη χρήση της τεχνολογίας, για την επέκταση των ορίων της σκέψης, χωρίς να εκχωρείται η ικανότητα της κρίσης. Οι κίνδυνοι της «ευκολίας» δεν είναι αµελητέοι. Π.χ., το AI Brain Fry (2), το κάψιµο του εγκεφάλου όπως λέµε λαϊκά. Η εντατική χρήση εργαλείων Τ.Ν. προκαλεί πνευµατική κόπωση, αποσυγκέντρωση, θολή σκέψη (mental fog), οδηγεί σε «AI brain fry», απώλεια κριτικής σκέψης, τυφλή αποδοχή απαντήσεων Τ.Ν., µείωση ικανότητας λήψης αποφάσεων. Η Τ.Ν. οµογενοποιεί τη σκέψη και περιορίζει την πρωτοτυπία αναπαράγοντας προκαταλήψεις. Η κριτική ικανότητα είναι πλέον απαραίτητη για τη διάκριση της αλήθειας από τις τεχνητές ψευδαισθήσεις.
Προβλήµατα προς αποφυγή µε κριτική διανόηση.
Η µάχη κατά της γνωστικής ατονίας απαιτεί τη χρήση της Τ.Ν. ως εργαλείου και όχι ως υποκατάστατου της σκέψης. Ο σύγχρονος διανοούµενος οφείλει να διασφαλίσει την αλήθεια απέναντι σε αλγοριθµικές µεροληψίες και ψευδαισθήσεις, διατηρώντας την κριτική του ικανότητα. Παράλληλα, καλείται να καλύψει το ηθικό κενό των µηχανών, εµφυσώντας ανθρώπινες αξίες και ενσυναίσθηση σε συστήµατα που στερούνται ηθικής υπόστασης.
Σε ένα περιβάλλον οµογενοποίησης, η διεκδίκηση της αυθεντικότητας και του ανατρεπτικού λόγου είναι επιτακτική για τη διάσωση της ανθρώπινης µοναδικότητας. Ως αντίδοτο στην κυριαρχία των αλγορίθµων, η φιλοσοφία και τα θεωρητικά µαθηµατικά πρέπει να επανέλθουν στο επίκεντρο της εκπαίδευσης. Η δύναµη της απόδειξης και των θεωρηµάτων, όπως τόνισαν ο Ήρων και ο Κέπλερ, αποτελεί τη βάση του πολιτισµού. Μόνο µέσω της βαθιάς γνώσης και του πνευµατικού µόχθου µπορεί η νέα γενιά να ξεπεράσει τα επαναλαµβανόµενα µοτίβα και να παραγάγει πραγµατική πρωτοτυπία.
Η αντιδιανόηση του Συβαριτισµού. Η µαθητική αδιαφορία πηγάζει από την υπερβολική άνεση και την έλλειψη προκλήσεων στη σύγχρονη ζωή. Όταν η επιβίωση θεωρείται δεδοµένη και οι ανάγκες καλύπτονται χωρίς κόπο λόγω γονεϊκής υπερπροστασίας, το σχολείο φαντάζει αγγαρεία. Η αφθονία εύκολης διασκέδασης (social media, gaming) και η απουσία επαγγελµατικής αγωνίας εκµηδενίζουν το κίνητρο για µάθηση.
Λύση: Απαιτείται η επαναφορά των ορίων στο σπίτι και η σύνδεση της εκπαίδευσης µε την προσωπική ευθύνη. Οι µαθητές πρέπει να αναλαµβάνουν υποχρεώσεις που καλλιεργούν τον µόχθο, ενώ το σύστηµα οφείλει να επιβραβεύει την προσπάθεια και τη διαδικασία, αντί για το στεγνό αποτέλεσµα, ώστε η γνώση να αποκτήσει ξανά νόηµα και αξία. Στο πρόβληµα προστίθεται ο εθισµός στην εύκολη ψηφιακή διασκέδαση και η έλλειψη ορίων. Λύση αποτελεί ο περιορισµός των οθονών και η ενασχόληση µε φυσικές δραστηριότητες που απαιτούν κόπο και πειθαρχία.
Χειραγώγηση µε Τ.Ν.
Η χειραγώγηση µέσω Τ.Ν. απειλεί την ατοµική ελευθερία και τη δηµοκρατία, δρώντας εξατοµικευµένα και υποσυνείδητα. Η διάβρωση της πραγµατικότητας µέσω deepfakes και παραπληροφόρησης δεν στοχεύει απλώς στο ψεύδος, αλλά στην πρόκληση σύγχυσης και κοινωνικής παραίτησης. Μέσω της ψυχολογικής χαρτογράφησης, οι αλγόριθµοι εκµεταλλεύονται συναισθηµατικές ευπάθειες, εγκλωβίζοντας τους χρήστες σε «ψηφιακές φούσκες» φανατισµού και κατευθυνόµενων αποφάσεων.
Παράλληλα, η ηθική µεροληψία και η συναισθηµατική εξάρτηση από ψηφιακούς βοηθούς καθιστούν τους πολίτες, ιδιαίτερα τους νέους, ευάλωτους σε εξωτερική καθοδήγηση. Η Ε.Ε., µέσω του AI Act, επιχειρεί να θέσει ένα νοµικό ανάχωµα, απαγορεύοντας υποσυνείδητες τεχνικές χειραγώγησης. Ωστόσο, η νοµοθεσία δεν αρκεί. Η ουσιαστική προστασία πηγάζει από την ενίσχυση της κριτικής σκέψης και της παιδείας στις θετικές επιστήµες και τη φιλοσοφία. Μόνο µε την ενεργή πνευµατική εγρήγορση µπορεί ο άνθρωπος να παραµείνει ο τελικός κριτής της πληροφορίας, αντιµετωπίζοντας την αυτοµατοποιηµένη προπαγάνδα και τις κακόβουλες κυβερνοεπιθέσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση του κοινωνικού ιστού.
Εκπαίδευση και οφέλη Τ.Ν.
Η εκπαίδευση των νέων πρέπει να βασίζεται στην κριτική διανόηση και τη Σωκρατική αµφισβήτηση, χρησιµοποιώντας την Τ.Ν. ως ψηφιακό µέντορα για αυτογνωσία. Παρά το σπουδαίο πνευµατικό δυναµικό της Ελλάδας, οι παθογένειες της παιδείας, όπως η αδιαφορία και οι καταλήψεις, υπονοµεύουν την πρόοδο, ευνοώντας την επιβίωση κατεστηµένων δοµών εις βάρος της ουσίας. Η Σωκρατική µέθοδος µπορεί να ενσωµατωθεί αποτελεσµατικά στα σύγχρονα σχολικά προγράµµατα για την αντιµετώπιση αυτών των φαινοµένων.
Το πλεονέκτηµα των νέων στην εποχή της Τ.Ν. βασίζεται στην αυτόνοµη σκέψη και τη διαθεµατικότητα. Εστιάζοντας στη Σωκρατική ικανότητα υποβολής ερωτήσεων, στην ηθική ηγεσία και την ενσυναίσθηση, ο άνθρωπος γίνεται ο ελεγκτής της µηχανής. Η εκπαίδευση οφείλει να είναι εκγύµναση του νου για αυθεντική σύνθεση γνώσεων και ανώτερη λογική. Η διαθεµατική σύνθεση Μαθηµατικών και Φιλοσοφίας να αποτελέσει το απόλυτο «αντίδοτο» στην αλγοριθµική οµογενοποίηση.
Το ελληνικό σχολείο οφείλει να προτάξει την κριτική σκέψη έναντι της αποστήθισης, ενσωµατώνοντας την Τ.Ν. ως εργαλείο έρευνας και επίλυσης προβληµάτων. Με έµφαση στην ψηφιακή ηθική, την αλγοριθµική σκέψη και το ορθό prompting, οι µαθητές µετατρέπονται από παθητικούς καταναλωτές σε ικανούς ερευνητές, αξιοποιώντας την τεχνολογία για εξατοµικευµένη αυτοεκπαίδευση και αυτενέργεια. Είναι δυνατό να διαµορφωθεί ένα πρόγραµµα αυτοεκπαίδευσης µέσω Τ.Ν. για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης για όλους. Τα Μαθηµατικά και η Φυσική απαιτούν κατανόηση και συλλογισµό, αλλά η διδασκαλία συχνά τα µετατρέπει σε µηχανική αποστήθιση τύπων. Οι Έλληνες που διακρίνονται διεθνώς είναι συνήθως εκείνοι που υπερέβησαν αυτό το επίπεδο και ανέπτυξαν αυθεντική µαθηµατική και φυσική σκέψη.
Το εκπαιδευτικό σύστηµα και οι Πανελλήνιες πρέπει να εγκαταλείψουν την αποστήθιση, εστιάζοντας σε θέµατα κρίσης και συνδυαστικής σκέψης. Τα Μαθηµατικά να εξετάζονται σε όλες τις κατευθύνσεις, οι οποίες δεν πρέπει να είναι περισσότερες από δύο. Η αξιολόγηση µπορεί να περιλαµβάνει ψηφιακά εργαλεία για εξατοµικευµένη εξέταση, ενώ «Ψηφιακό Φροντιστήριο» µε Τ.Ν. [τύπου EduAI] θα υποστηρίζει την προετοιµασία. Στόχος είναι η ανάδειξη της ικανότητας του µαθητή να συνθέτει πληροφορίες, αντί να τις αναπαράγει µηχανικά.
Ικανοί διδάσκοντες.
Η χρήση Τ.Ν. στην αξιολόγηση εκπαιδευτικών εγγυάται αδιαβλητότητα και αξιοκρατία, παρακάµπτοντας υποκειµενικές κρίσεις, κλίκες και τη µεροληψία ανάξιων προϊσταµένων. Μέσα από ψηφιακές δοκιµασίες πολλαπλών επιλογών και ανάλυση δεδοµένων, η µηχανή αναδεικνύει τους ικανότερους χωρίς κοµµατικές δεσµεύσεις. Παράλληλα, η αξιολόγηση της ενσυναίσθησης µέσω Sentiment Analysis στις γνώµες των µαθητών προσθέτει µια ανθρωποκεντρική διάσταση, προστατεύοντας τους δασκάλους από κακόβουλες κριτικές.
Ωστόσο, η απόδοση αυξηµένης βαρύτητας στη βαθµολογία των «καλών» µαθητών ενέχει κινδύνους. Ενώ στοχεύει στην εγκυρότητα, µπορεί να δηµιουργήσει νέες ελίτ και διακρίσεις, περιθωριοποιώντας τους αδύναµους µαθητές. Η λύση βρίσκεται στην εξισορρόπηση: η Τ.Ν. πρέπει να λειτουργεί ως αντικειµενικός κριτής που προάγει τη δίκαιη ιεραρχία, χωρίς όµως να διασπά τη σχολική συνοχή. Οι εκπαιδευτικοί θα δέχονταν µια τέτοια «ψηφιακή κρίση» ή θα την έβλεπαν ως µια απρόσωπη απειλή;
Η διαρροή εγκεφάλων. Το brain drain αποτελεί πληγή για την Ελλάδα, όµως η Τεχνητή Νοηµοσύνη (AI) προσφέρει µια ιστορική ευκαιρία ανατροπής. Μέσα από την ψηφιακή αξιοκρατία και τη σύνδεση της έρευνας µε την παραγωγή, δηµιουργούνται θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης που προσελκύουν τους κορυφαίους επιστήµονες πίσω στη χώρα. Στον πρωτογενή τοµέα, ο συνδυασµός της εθνικής στρατηγικής για την Τ.Ν. µε το Στρατηγικό Σχέδιο ΚΑΠ µπορεί να αναζωογονήσει την επαρχία. Μέσω του Ταµείου Ανάκαµψης, επενδυτικά προγράµµατα για Agri-food SMEs και τη γεωργία ακριβείας προσφέρουν κίνητρα επιστροφής. Παράλληλα, η ίδρυση κόµβων καινοτοµίας και η απλοποίηση της γραφειοκρατίας µέσω Τ.Ν. καθιστούν την Ελλάδα ανταγωνιστική. Σηµαντικό ρόλο παίζουν οι startups σε ναυτιλία και βιοϊατρική, που χρησιµοποιώντας εργαλεία όπως η Python µετατρέπουν τη χώρα σε διεθνή πόλο έλξης. Η φορολογική ελάφρυνση αυτών των εταιρειών και η άµεση χρηµατοδότηση της έρευνας σε συνεργασία µε τα ΑΕΙ είναι απαραίτητα βήµατα για τη διατήρηση του πνευµατικού κεφαλαίου. Αξιοκρατία, φοροαπαλλαγές και δάνεια για κατοικίες/επιχει- ρήσεις είναι ισχυρό κίνητρο για έναν επιστήµονα ώστε να επιλέξει την Ελλάδα έναντι του εξωτερικού;
Επιστηµονικό δυναµικό και ελληνική βιοµηχανία.
Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο επιστηµονικό δυναµικό, που µπορεί και πρέπει να προσφέρει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι µέχρι τώρα. Οι Έλληνες βιοµήχανοι πρέπει να επενδύσουν στην υψηλή τεχνολογία περισσότερο. Υπάρχει ένα επιστηµονικό δυναµικό που λανθάνει αόρατο και µπορεί να προσφέρει µε ελληνικούς (αλλά αξιοπρεπείς) µισθούς αποτελέσµατα και προϊόντα Καλιφόρνιας. Τα ελληνικά πανεπιστήµια είναι γεµάτα επιστήµονες που παραµένουν αφανείς και αχρησιµοποίητοι από την οικονοµία, λόγω άγνοιας της τελευταίας και επειδή όλοι προτιµούν το αποδοτικό εµπόριο από µια βιοµηχανία µε κοµµατικούς συνδικαλιστές.
Στην Ελλάδα, για να πούµε ένα παράδειγµα, ο κλάδος των Μαθηµατικών και της Πληροφορικής πρωτοπορεί στη χρήση Τ.Ν. Ερευνητικά κέντρα όπως η «Αθηνά» και ο «∆ηµόκριτος» αναπτύσσουν εργαλεία για την επεξεργασία της ελληνικής γλώσσας και την επίλυση σύνθετων προβληµάτων. Έλληνες επιστήµονες διαπρέπουν διεθνώς, συνδέοντας την παραδοσιακή µαθηµατική σκέψη µε την αιχµή της τεχνολογίας.
Πιο βιώσιµοι τοµείς είναι εκείνοι µε χαµηλότερη εξάρτηση από βαριά υποδοµή και ταχύτερο κύκλο καινοτοµίας. Ενδεικτικά: Λογισµικό και SaaS (3), στα οποία οι Έλληνες είναι εξαιρετικοί, Τεχνητή Νοηµοσύνη, data science, ναυτιλιακή τεχνολογία (maritime tech), ενεργειακά συστήµατα και ΑΠΕ (βελτιστοποίηση, αποθήκευση), αµυντική τεχνολογία και drones, διαστηµική, βιοπληροφορική και health tech, Agri-tech και περιβαλλοντική τεχνολογία. Στρατηγικά, η Ελλάδα µπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως κόµβος εξειδικευµένης καινοτοµίας, επιστήµης και φιλοσοφίας, όχι ως µαζική βιοµηχανική δύναµη, εφόσον βελτιωθεί η θεσµική ταχύτητα και η διασύνδεση βιοµηχανίας µε στοχευµένη έρευνα στα πανεπιστήµια.
1 Shanmugasundaram, M. and Tamilarasu, A., 2023. The impact of digital technology, social media, and artificial intelligence on cognitive functions: a review. Frontiers in Cognition, 2, p.1203077.
2 Bedard, J., Kropp, M., Hsu, M., Karaman, O.T., Hawes, J. and Kellerman, G.R., 2026. When Using AI Leads to "Brain Fry". Harvard Business Review.(March 5, 2026). Lu, H., Li, Y., Chen, M., Kim, H. and Serikawa, S., 2018. Brain intelligence: go beyond artificial intelligence. Mobile networks and applications, 23(2), pp.368-375.
³ Software as a Service

Το μεγάλο γρανάζι του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.
Έµπνευσή µας η φιλοσοφία και η Αρχαία ΑΙ
Ο Μηχανισµός των Αντικυθήρων πρέπει και µπορεί να µας εµπνέει. Ο αρχαιότερος γνωστός υπολογιστής, είναι πρόδροµος εννοιολογικών αρχών που σήµερα συγκροτούν την Τεχνητή Νοηµοσύνη. Είναι εξειδικευµένος αστρονοµικός υπολογιστής µε γρανάζια που ενσωµατώνει ντετερµινιστικά µαθηµατικά µοντέλα πρόβλεψης αστρονοµικών φαινοµένων. Με όρους σύγχρονης θεωρίας υπολογισµού, ο µηχανισµός λειτουργεί ως αναλογικός «υπολογιστής γνώσης», όπου το µοντέλο δεν εκτελείται αφηρηµένα αλλά ενσαρκώνεται στο υλικό σύστηµα. Η γνωσιολογική του αρχιτεκτονική προϋποθέτει πολύπλοκη προηγµένη αλγοριθµική σύλληψη και κατασκευή. Έχει είσοδο δεδοµένων και δίνει τα αποτελέσµατα σε κατάλληλες κλίµακες µιµούµενος ανθρώπινες λογικές και µαθηµατικές πράξεις. Με τους σηµερινούς ορισµούς και δεδοµένα είναι πρόγονος της ΑΙ. Η γνώση κωδικοποιείται συµβολικά και παραµετρικά.Η θαυµαστή πολυεπίπεδη οργάνωση του µηχανισµού - µε ταυτόχρονη παρακολούθηση πολλαπλών κύκλων και συγχρονισµό διαφόρων φυσικών φαινοµένων. Παραπέµπει σε αρχές συστηµικής ολοκλήρωσης και πολυπαραµετρικής πρόβλεψης, κεντρικές στη σύγχρονη ΑΙ. Αν και απουσιάζει η προσαρµοστικότητα και η στατιστική µάθηση που χαρακτηρίζουν τα νευρωνικά δίκτυα, η ενσωµάτωση θεωρητικών µοντέλων σε µηχανική διάταξη αποκαλύπτει µια πρώιµη σύλληψη «ενσωµατωµένης νοηµοσύνης».Υπό το πρίσµα της σωκρατικής/πλατωνικής παράδοσης, η αξία του δεν έγκειται µόνο στην τεχνική επινοητικότητα, αλλά και στη µεθοδολογική απαίτηση για αιτιολόγηση και έλεγχο: κάθε γρανάζι αντιστοιχεί σε λόγο, κάθε µετάδοση σε αποδείξιµη σχέση. Έτσι, ο µηχανισµός συνιστά όχι απλώς τεχνολογικό θαύµα, αλλά ένα επιστηµολογικό υπόδειγµα όπου τα µαθηµατικά, η κριτική σκέψη και η υλική αναπαράσταση συνυφαίνονται, προαναγγέλλοντας βασικές αρχές της σύγχρονης τεχνητής νοηµοσύνης.
Η διανόηση στο μέλλον:
Οι εκφραστές, τα οράματα και οι απειλές
Γιάννης Μαστρογεωργίου
Ειδικός Γραμματέας Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού, Προεδρία της Κυβέρνησης
Μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού AI Factory, ΦΑΡΟΣ
Το µέλλον δεν είναι ένα ουδέτερο τοπίο που απλώς έρχεται κατά πάνω µας. ∆εν είναι ένα φυσικό φαινόµενο σαν τη βροχή, ούτε µια τεχνική λεπτοµέρεια που θα λυθεί από ειδικούς σε κάποιο κλειστό εργαστήριο. Το µέλλον είναι πεδίο ισχύος, πεδίο σύγκρουσης, πεδίο φαντασίας. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι πεδίο διανόησης. Για πολλά χρόνια συνηθίσαµε να σκεφτόµαστε τη διανόηση µε όρους σχεδόν µουσειακούς, ως µια µικρή ελίτ ανθρώπων του βιβλίου, του πανεπιστηµίου, της δηµοσιογραφίας ή της τέχνης, που παρήγε ιδέες, ερµήνευε την εποχή και κάποτε επηρέαζε την πολιτική. Αυτό το σχήµα δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει πάψει να αρκεί.
Η διανόηση του µέλλοντος δεν θα είναι λέσχη. Θα είναι οικοσύστηµα. Δεν θα έχει µόνο πρόσωπα. Θα έχει δίκτυα. Δεν θα κατοικεί µόνο στα αµφιθέατρα και στις εφηµερίδες. Θα κατοικεί στα εργαστήρια, στα data centers, στις κοινότητες γνώσης, στις πλατφόρµες, στα think tanks, στα ερευνητικά ινστιτούτα, στις δηµιουργικές βιοµηχανίες, ακόµη και στα νέα πεδία όπου ο άνθρωπος αναµετριέται εκ νέου µε το ηθικό ερώτηµα της ύπαρξής του. Αυτό σηµαίνει κάτι βαθύτερο, ο διανοούµενος του αύριο δεν θα είναι απλώς εκείνος που γνωρίζει πολλά. Θα είναι εκείνος που µπορεί να συνδέει κόσµους.
Να ενώνει τεχνολογία και ανθρωπολογία, γεωπολιτική και ηθική, οικονοµία και πολιτισµό, επιστήµη και δηµοκρατία. Να διαβάζει όχι µόνο τα δεδοµένα, αλλά και τις συνέπειές τους. Να αντιλαµβάνεται ότι κάθε τεχνολογική αλλαγή είναι, τελικά, µια αλλαγή στη δοµή της ανθρώπινης εµπειρίας. Η µεγάλη τοµή της εποχής µας είναι ότι η σκέψη δεν παράγεται πια µόνο από ανθρώπους που γράφουν για τον κόσµο, αλλά και από ανθρώπους που τον προγραµµατίζουν. Ο µηχανικός λογισµικού, ο ερευνητής της βιοτεχνολογίας, ο αναλυτής δεδοµένων, ο αρχιτέκτονας αλγορίθµων, ο ειδικός κυβερνοασφάλειας, ο σχεδιαστής ψηφιακών συστηµάτων, συµµετέχουν πλέον ενεργά στη διαµόρφωση της πραγµατικότητας. Δεν περιγράφουν απλώς τον κόσµο, αλλά τον ανασχεδιάζουν. Και όταν κάποιος ανασχεδιάζει τον κόσµο, ακόµη κι αν δεν το οµολογεί, ασκεί µια µορφή πολιτικής φιλοσοφίας.
Συνεχεια Αναγνωσης
Γι’ αυτό και η διανόηση του µέλλοντος θα έχει νέους εκφραστές. ∆ίπλα στον πανεπιστηµιακό, τον συγγραφέα, τον δηµοσιογράφο ή τον καλλιτέχνη, θα σταθεί ο επιστήµονας που κατανοεί τις κοινωνικές προεκτάσεις της έρευνάς του· ο τεχνολόγος που δεν λατρεύει αφελώς την καινοτοµία, αλλά γνωρίζει ότι κάθε εργαλείο ενσωµατώνει αξίες· ο policy thinker που δεν αρκείται στη διαχείριση της επικαιρότητας, αλλά εργάζεται µε ορίζοντα δεκαετιών· ο θεολόγος ή ο φιλόσοφος που επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήµατα περί ορίου, ελευθερίας, προσώπου, ευθύνης· ο δηµιουργός που επιµένει να υπενθυµίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς παραγωγική µονάδα, χρήστης ή καταναλωτής, αλλά φορέας νοήµατος.
Και βέβαια, σε αυτή τη νέα εξίσωση, εµφανίζεται ένας καινούργιος παράγοντας: τα ίδια τα συστήµατα τεχνητής νοηµοσύνης. Όχι ως διανοούµενοι µε ανθρώπινη έννοια -αυτό θα ήταν αφελής ανθρωποµορφισµός- αλλά ως µηχανές παραγωγής γλώσσας, σύνθεσης, προσοµοίωσης και επιτάχυνσης της γνωστικής εργασίας. Η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν σκέφτεται όπως ο άνθρωπος. Όµως, ήδη, µεταβάλλει το περιβάλλον µέσα στο οποίο ο άνθρωπος σκέφτεται. Και αυτό αρκεί για να αλλάξει τα πάντα. ∆ιότι κάθε µεγάλη τεχνολογία δεν αλλάζει τι θεωρούµε σηµαντικό, τι µετράµε, τι επιβραβεύουµε, τι φοβόµαστε. Ο γραπτός λόγος αναδιοργάνωσε τη µνήµη. Η τυπογραφία αναδιοργάνωσε τη γνώση. Το διαδίκτυο αναδιοργάνωσε την πρόσβαση. Η τεχνητή νοηµοσύνη αναδιοργανώνει την ίδια τη γνωστική εργασία. Αναλαµβάνει µέρος της ταξινόµησης, της περίληψης, της µετάφρασης, της αναζήτησης, της οπτικοποίησης, ακόµη και της δηµιουργικής πρότασης. Αυτό υποχρεώνει τη διανόηση να επαναπροσδιορίσει την αποστολή της.
Στον κόσµο που έρχεται, ο πραγµατικός διανοούµενος θα ξεχωρίζει για πολλούς λόγους και προφανέστατα όχι µόνο επειδή κατέχει περισσότερες πληροφορίες. Τις πληροφορίες θα τις παράγουν και θα τις ανακυκλώνουν µηχανές µε ταχύτητα ασύλληπτη. Θα ξεχωρίζει επειδή διαθέτει κρίση, διάκριση, ηθική πυξίδα και ικανότητα ιεράρχησης. Επειδή θα µπορεί να απαντά όχι µόνο στο ερώτηµα «τι γίνεται;», αλλά κυρίως στο ερώτηµα «τι σηµαίνει αυτό;» και αµέσως µετά στο δυσκολότερο: «τι πρέπει να κάνουµε;».
Υπάρχει, ωστόσο, µια ακόµη διάσταση που συχνά υποτιµάται: η σχέση της διανόησης µε την ισχύ. Για δεκαετίες, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή παράδοση, καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η διανόηση λειτουργεί ως ηθικός αντίλογος στην εξουσία. Κάτι σαν θεσµική συνείδηση της κοινωνίας. Αυτό παραµένει εν µέρει αληθές. Όµως δεν είναι πλέον επαρκές.
Όταν ένας αλγόριθµος καθορίζει ποια πληροφορία θα δει ο πολίτης, όταν ένα µοντέλο τεχνητής νοηµοσύνης επηρεάζει αποφάσεις σε κρίσιµους τοµείς -από την υγεία έως την οικονοµία-, όταν µια πλατφόρµα µπορεί να µεταβάλλει τη δηµόσια ατζέντα σε πραγµατικό χρόνο, τότε η παραγωγή ιδεών συνιστά µορφή διακυβέρνησης.
Αυτό υπονοεί ότι η διανόηση του µέλλοντος οφείλει να αποκτήσει επιχειρησιακή κατανόηση της ισχύος. Να γνωρίζει πώς λειτουργούν τα συστήµατα, πώς σχεδιάζονται οι πολιτικές, πώς ενσωµατώνονται οι αξίες σε τεχνικές υποδοµές. Να µπορεί να παρέµβει όχι µόνο στο επίπεδο των εννοιών, αλλά και στο επίπεδο των αρχιτεκτονικών. ∆ιαφορετικά, κινδυνεύει να µετατραπεί σε µια µορφή «µετα-σχολιασµού», δηλαδή, να περιγράφει εκ των υστέρων έναν κόσµο που έχει ήδη αποφασιστεί αλλού.
Από εδώ προκύπτει µια κρίσιµη απαίτηση: η ανάγκη για µια νέα σύζευξη ανάµεσα στη θεωρία και την πράξη. Αν ο 20ός αιώνας χώρισε τον στοχαστή από τον τεχνοκράτη, ο 21ος αιώνας θα τους επανασυνδέσει είτε το θέλουµε είτε όχι. Και αυτό αποτελεί ζήτηµα βαθιά παιδαγωγικό.
∆ιότι η διανόηση του µέλλοντος θα προκύψει από τα εκπαιδευτικά συστήµατα που χτίζουµε σήµερα. Εδώ εντοπίζεται ίσως το πιο κρίσιµο σηµείο πολιτικής παρέµβασης, η ανάγκη για µια νέα παιδεία, όχι ως σύνθηµα, αλλά ως συγκεκριµένο σχεδιαστικό έργο. Μια παιδεία που θα εκπαιδεύει στην κατανόηση σύνθετων συστηµάτων. Που θα παράγει και επαγγελµατίες, αλλά πρωτίστως πολίτες ικανούς να διαβάζουν το µέλλον. Αυτό σηµαίνει τέσσερα πράγµατα.
Πρώτον, εκπαίδευση στη διαθεµατικότητα. Ο κόσµος δεν είναι οργανωµένος σε πανεπιστηµιακά τµήµατα. Τα µεγάλα προβλήµατα -η κλιµατική κρίση, η τεχνητή νοηµοσύνη, η βιοηθική, η ενεργειακή µετάβαση- είναι εκ φύσεως διατοµεακά. Όποιος δεν µπορεί να κινηθεί ανάµεσα σε επιστηµονικά πεδία, θα δυσκολευτεί να κατανοήσει την πραγµατικότητα.
∆εύτερον, εκπαίδευση στην κριτική σκέψη ως πρακτική δεξιότητα, όχι ως αφηρηµένο ιδεώδες. Να µπορεί ο πολίτης να αξιολογεί πηγές, να διακρίνει επιχειρήµατα από συνθήµατα, να αναγνωρίζει λογικές πλάνες, να κατανοεί τα όρια των µοντέλων και των δεδοµένων. Σε έναν κόσµο υπερπληροφόρησης, η κριτική σκέψη είναι εκ των ων ουκ άνευ εφόδιο ζωής, µία µορφή άµυνας απέναντι στην πνευµατική απίσχνανση του αλγορίθµου.
Τρίτον, εκπαίδευση στην τεχνολογική εγγραµµατοσύνη. Προφανώς δεν χρειάζεται να γίνουν όλοι προγραµµατιστές, αλλά να κατανοούν τις βασικές αρχές λειτουργίας των συστηµάτων που επηρεάζουν τη ζωή τους. Να γνωρίζουν τι είναι ένας αλγόριθµος, πώς λειτουργεί η συλλογή δεδοµένων, ποια είναι τα όρια της τεχνητής νοηµοσύνης. Η άγνοια σε αυτό το πεδίο παράγει εξάρτηση.
Τέταρτον, εκπαίδευση στο ήθος της ευθύνης. ∆ιότι γνώση χωρίς ευθύνη µπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από άγνοια. Ο επιστήµονας οφείλει να συλλογίζεται πάνω στις συνέπειες της έρευνάς του, ο τεχνολόγος να αναρωτιέται για τις κοινωνικές επιπτώσεις του έργου του, ο πολιτικός να κατανοεί τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Αυτή η νέα παιδεία αφορά και τα σχολεία και τα πανεπιστήµια, αλλά αδιαµφησβήτητα αφορά το σύνολο του γνωσιακού οικοσυστήµατος: τα µέσα ενηµέρωσης, τις πλατφόρµες, τους θεσµούς, τον δηµόσιο λόγο. Αφορά το πώς µια κοινωνία συνολικά µαθαίνει, ξεµαθαίνει και ξαναµαθαίνει.
Σε αυτό το σηµείο, η έννοια της «γνωσιακής κυριαρχίας» αποκτά ιδιαίτερη σηµασία. Τονίζεται και ζωγραφίζεται µε την έννοια της ικανότητας µιας κοινωνίας να κατανοεί, να επεξεργάζεται και να παράγει γνώση µε δικούς της όρους. Να µην εξαρτάται πλήρως από εξωτερικά συστήµατα για την ερµηνεία της πραγµατικότητας.
Για την Ελλάδα -και γενικότερα για την Ευρώπη- αυτό είναι κρίσιµο. ∆ιότι βρισκόµαστε σε έναν κόσµο όπου οι µεγάλες τεχνολογικές πλατφόρµες, τα δεδοµένα, τα µοντέλα τεχνητής νοηµοσύνης και οι υπολογιστικές υποδοµές συγκεντρώνονται σε περιορισµένα γεωγραφικά και πολιτικά κέντρα. Αν δεν υπάρξει στρατηγική απάντηση, ο κίνδυνος δεν είναι µόνο οικονοµικός. Είναι και γνωσιακός. Μια κοινωνία έχει υποχρέωση να ελέγχει σε κάποιο βαθµό τα εργαλεία µε τα οποία σκέφτεται, αλλιώς κινδυνεύει να σκέφτεται µε όρους που έχουν σχεδιαστεί αλλού.
∆εν υπονοούµε επιστροφή σε κλειστά µοντέλα. Αυτό που σηµαίνει η παραπάνω υποχρέωση είναι επένδυση σε ευρωπαϊκές και εθνικές δυνατότητες: σε υποδοµές, σε έρευνα, σε δεδοµένα, σε γλώσσα, σε πολιτισµικό περιεχόµενο. Σηµαίνει ότι η διανόηση δεν είναι απλώς υπόθεση ιδεών. Είναι και υπόθεση υποδοµών.
Και εδώ αναδεικνύεται µια βαθύτερη αλήθεια, ότι το µέλλον της διανόησης συνδέεται άµεσα µε το µέλλον της δηµοκρατίας. ∆ιότι η δηµοκρατία προϋποθέτει πολίτες που µπορούν να κατανοούν, να κρίνουν και να συµµετέχουν. Αν η κατανόηση υποκατασταθεί από έτοιµες απαντήσεις, αν η κρίση αντικατασταθεί από αλγοριθµικές προτάσεις, αν η συµµετοχή περιοριστεί σε αντιδράσεις στιγµιαίας έντασης, τότε η δηµοκρατία µετατρέπεται σε κέλυφος.
Η µεγάλη πρόκληση, λοιπόν, είναι διττή. Και να προστατεύσουµε τη δηµοκρατία από την τεχνολογία και να επανανοηµατοδοτήσουµε τη δηµοκρατία µέσα στην τεχνολογική εποχή. Να δηµιουργήσουµε θεσµούς που να ενσωµατώνουν τη γνώση χωρίς να ακυρώνουν την πολιτική. Να αξιοποιήσουµε τα δεδοµένα χωρίς να ακυρώνουµε την ανθρώπινη κρίση. Να ενισχύσουµε τη συµµετοχή χωρίς να τη µετατρέψουµε σε ψηφιακό θόρυβο.
Και σε αυτό το σηµείο, η διανόηση έχει έναν ρόλο που δεν µπορεί να ανατεθεί σε κανένα σύστηµα: να θέτει τα σωστά ερωτήµατα. Όχι µόνο «τι είναι εφικτό;», αλλά και «τι είναι επιθυµητό;». Όχι µόνο «τι µπορούµε να κάνουµε;», αλλά και «τι αξίζει να κάνουµε;». Όχι µόνο «πώς λειτουργεί ο κόσµος;», αλλά και «προς τα πού θέλουµε να πάει;». Αυτά τα ερωτήµατα δεν απαντώνται µε δεδοµένα. Απαντώνται µε αξίες, µε ιστορική συνείδηση, µε πολιτισµική εµπειρία, µε ηθική κρίση. Και ίσως εδώ βρίσκεται το βαθύτερο νόηµα της διανόησης στο µέλλον: όχι να ανταγωνιστεί τις µηχανές στην ταχύτητα ή στον όγκο πληροφορίας, αλλά να διατηρήσει αυτό που καµία µηχανή δεν µπορεί να υποκαταστήσει πλήρως: την ικανότητα του ανθρώπου να δίνει νόηµα στον κόσµο. Διότι, τελικά, το πιο επικίνδυνο σενάριο – πως λέµε και στην επιστήµη του Foresight- είναι ένας κόσµος όπου οι µηχανές θα σκέφτονται σαν άνθρωποι, αλλά το πιο δυστοπικό είναι ένας κόσµος όπου οι άνθρωποι θα σταµατήσουν να σκέφτονται ως άνθρωποι. Και αυτό είναι το σηµείο όπου η διανόηση παύει να είναι επάγγελµα ή ρόλος. Γίνεται ευθύνη.
Εδώ αναδύεται και το πρώτο µεγάλο όραµα της µελλοντικής διανόησης: να ξαναδώσει βάθος σε έναν κόσµο που ανταµείβει την επιφάνεια. Να υπερασπιστεί την έννοια σε µια εποχή εικόνων. Να προστατεύσει τη διάρκεια σε µια εποχή στιγµιαίας διέγερσης. Να διασώσει την αλήθεια ως διαδικασία αναζήτησης σε µια εποχή όπου η βεβαιότητα πωλείται ευκολότερα από την τεκµηρίωση.
Το δεύτερο όραµα είναι ακόµη πιο απαιτητικό: να συµβάλει στη συγκρότηση µιας νέας δηµοκρατικής συνείδησης απέναντι στην τεχνολογία. Για δεκαετίες αφήσαµε την τεχνολογική πρόοδο να εµφανίζεται ως ουδέτερη, περίπου φυσική εξέλιξη. ∆εν είναι. Η τεχνολογία κατανέµει ισχύ. ∆ηµιουργεί νικητές και ηττηµένους. Αποκεντρώνει σε ορισµένα πεδία και συγκεντρώνει βίαια σε άλλα. Ελευθερώνει δυνατότητες, αλλά και πολλαπλασιάζει µηχανισµούς ελέγχου. Αν λοιπόν η δηµοκρατία του 20ού αιώνα κρίθηκε σε µεγάλο βαθµό στη σχέση της µε το βιοµηχανικό κεφάλαιο, η δηµοκρατία του 21ου αιώνα θα κριθεί στη σχέση της µε τα δεδοµένα, τους αλγορίθµους, τις υπολογιστικές υποδοµές και τις πλατφόρµες.
Το τρίτο όραµα αφορά την ίδια τη θέση χωρών όπως η Ελλάδα. Μικρές ή µεσαίες χώρες, µε βαριά ιστορία αλλά περιορισµένη σκληρή ισχύ, έχουν κάθε λόγο να στοχαστούν έγκαιρα τη θέση τους στο νέο τεχνολογικό τοπίο. Γιατί στο µέλλον δεν θα επιβιώσουν µόνο όσοι έχουν αγορά ή κεφάλαιο. Θα επιβιώσουν και όσοι διαθέτουν προσανατολισµό. Όσοι µπορούν να συνδυάσουν εθνική αυτογνωσία µε στρατηγική ευφυΐα. Όσοι ξέρουν να επενδύουν σε υποδοµές, δεξιότητες, θεσµούς και πολιτισµικό κεφάλαιο.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να βλέπει την τεχνητή νοηµοσύνη, τη βιοτεχνολογία, την ενεργειακή µετάβαση ή την κυβερνοασφάλεια ως ξένες υποθέσεις που θα κριθούν αλλού. Ούτε έχει την πολυτέλεια ενός επαρχιωτισµού που βαφτίζει «στοχασµό» την αδράνεια. Αντιθέτως, χρειάζεται ένα νέο πατριωτισµό της γνώσης. Έναν πατριωτισµό όχι φοβικό, αλλά δηµιουργικό. Που δεν θα µετρά την αξία του έθνους µόνο µε όρους ΑΕΠ ή τουρισµού, αλλά και µε όρους νοητικής ισχύος, καινοτοµίας, θεσµικής ποιότητας, πολιτιστικής επιρροής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διανόηση του µέλλοντος στην Ελλάδα οφείλει να υπηρετήσει τέσσερις αποστολές. Πρώτον, να συµβάλει στη διαµόρφωση εθνικής στρατηγικής αυτογνωσίας. Να πει καθαρά ποιοι είµαστε, πού υστερούµε, τι µπορούµε να γίνουµε. Να εγκαταλείψει τη διπλή παγίδα της εθνικής αυτάρκειας και της εθνικής µοιρολατρίας. Η πρώτη λέει ότι «είµαστε σπουδαίοι, άρα αρκεί να θυµόµαστε το παρελθόν µας». Η δεύτερη λέει ότι «είµαστε µικροί, άρα δεν µπορούµε να επηρεάσουµε τίποτε». Και οι δύο είναι συνταγές παρακµής. Το ζητούµενο είναι µια ώριµη εθνική συνείδηση που να γνωρίζει την ιστορία της, αλλά να εργάζεται για τη µελλοντική της θέση.
Δεύτερον, να µεταφράσει την τεχνολογική αλλαγή σε δηµόσιο λόγο κατανοητό. Αν η κοινωνία δεν κατανοεί τι αλλάζει, θα αντιδρά είτε µε τυφλή λατρεία είτε µε εξίσου τυφλό πανικό. Και τα δύο είναι επικίνδυνα. Η τεχνητή νοηµοσύνη, για παράδειγµα, εκ των πραγµάτων εξελίσσεται σε ένα πεδίο ανταγωνισµού, παραγωγικότητας, ηθικών διληµµάτων και πολιτικής οργάνωσης. Όποιος την παρουσιάζει µόνο ως θαύµα, αποκρύπτει την ισχύ. Όποιος την παρουσιάζει µόνο ως απειλή, αποκρύπτει την ευθύνη.
Τρίτον, να υπερασπιστεί τη γλώσσα, τον πολιτισµό και το ανθρώπινο µέτρο µέσα στην τεχνολογική µετάβαση. ∆εν είναι δευτερεύον θέµα. Οι γλώσσες που δεν ψηφιοποιούνται, οι πολιτισµοί που δεν αποκτούν θέση στις νέες υποδοµές, οι κοινωνίες που δεν παράγουν δικά τους δεδοµένα, δικά τους πρότυπα, δικά τους αφηγήµατα, κινδυνεύουν να γίνουν απλά παθητικοί χρήστες ξένων κόσµων. Το µέλλον της ελληνικής γλώσσας, του πολιτισµικού αποθέµατος και της ιστορικής µνήµης θα κριθεί στα σχολεία και στα πανεπιστήµια. Θα κριθεί και στους αλγορίθµους, στις βάσεις δεδοµένων, στα γλωσσικά µοντέλα, στις ψηφιακές πλατφόρµες.
Τέταρτον, να επαναφέρει στο κέντρο το ερώτηµα του ανθρώπου. Γιατί, στο τέλος της ηµέρας, αυτό είναι το καίριο. Πλέον οι µηχανές γράφουν καλύτερα κείµενα, βρίσκουν γρηγορότερα µοτίβα ή παίρνουν ακριβέστερες αποφάσεις σε συγκεκριµένα πεδία. Αλλά τι είδους άνθρωπο παράγει το περιβάλλον που δηµιουργούµε; Πιο ελεύθερο ή πιο χειραγωγήσιµο; Πιο δηµιουργικό ή πιο εξαρτηµένο; Πιο υπεύθυνο ή πιο πρόθυµο να εκχωρεί την κρίση του σε συστήµατα που δεν κατανοεί;
Αυτό ακριβώς µας φέρνει στις µεγάλες απειλές. Η πρώτη απειλή είναι ο θόρυβος. Ζούµε ήδη σε καθεστώς υπερπαραγωγής λόγου, εικόνων, σχολίων, αντιδράσεων, πρόχειρης γνώµης. Η τεχνητή νοηµοσύνη θα εκτοξεύσει αυτό το φαινόµενο. Θα γίνει ευκολότερο να παραχθεί περιεχόµενο, αλλά όχι ευκολότερο να παραχθεί αλήθεια. Σε έναν κόσµο όπου όλοι θα µπορούν να δηµοσιεύουν τα πάντα µε µηδενικό σχεδόν κόστος, η σπανιότητα δεν θα είναι η έκφραση. Θα είναι η αξιοπιστία. Η δεύτερη απειλή είναι η αλγοριθµική χειραγώγηση. Όχι µόνο µε τη χονδροειδή µορφή της παραπληροφόρησης, των deepfakes ή της προπαγάνδας, αλλά και µε τις πιο ύπουλες µορφές της: τη διαρκή προσαρµογή του περιβάλλοντος πληροφόρησης στις αδυναµίες, στις επιθυµίες και στις προκαταλήψεις µας. Όταν ο πολίτης παύει να συναντά τον κόσµο και αρχίζει να συναντά µόνο την αλγοριθµική εκδοχή του, τότε η δηµοκρατία µετατρέπεται σιγά-σιγά σε σκηνοθετηµένη ψυχολογία.
Η τρίτη απειλή είναι η γνωσιακή κόπωση και αποδυνάµωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος υποφέρει από έλλειψη χρόνου. Υποφέρει από έλλειψη εσωτερικού χώρου. Η σκέψη απαιτεί παύση, συγκέντρωση, επεξεργασία, σιωπή. Το ψηφιακό περιβάλλον, αντίθετα, εκπαιδεύει στον περισπασµό, στην επιτάχυνση και στην αντανακλαστική αντίδραση. Μια κοινωνία µόνιµα κουρασµένη δεν είναι απλώς λιγότερο δηµιουργική. Είναι και πιο εύκολα κυβερνήσιµη.
Η τέταρτη απειλή είναι η υποκατάσταση του νοήµατος από τη µετρησιµότητα. Ό,τι δεν µπορεί να µετρηθεί εύκολα, κινδυνεύει να θεωρηθεί ασήµαντο. Όµως τα πιο κρίσιµα στοιχεία της ανθρώπινης ζωής -η αξιοπρέπεια, η εµπιστοσύνη, η σοφία, η καλλιέργεια, η πνευµατική ωρίµανση, η ηθική ευθύνη- δεν υπακούν πρόθυµα σε πίνακες ελέγχου. Αν παραδώσουµε πλήρως τον δηµόσιο βίο στη λογική των δεικτών, θα καταλήξουµε µε πιο έξυπνα συστήµατα και φτωχότερους ανθρώπους. Η πέµπτη απειλή είναι οι νέες ανισότητες. Όχι µόνο οικονοµικές, αλλά και γνωστικές. Θα υπάρξουν κοινωνίες, οργανισµοί και πολίτες που θα ξέρουν να χρησιµοποιούν τα νέα εργαλεία για να ενισχύουν την κρίση τους. Και θα υπάρξουν άλλοι που θα τα χρησιµοποιούν απλώς για να παράγουν περισσότερο θόρυβο ή για να εξαρτώνται ακόµα περισσότερο από έτοιµες απαντήσεις. Η απόσταση ανάµεσα στους δύο αυτούς κόσµους µπορεί να αποδειχθεί βαθύτερη από πολλές παραδοσιακές κοινωνικές διαιρέσεις.
Μπροστά σε αυτές τις απειλές, η απάντηση δεν µπορεί να είναι ούτε τεχνοφοβία ούτε τεχνοουτοπία. Χρειαζόµαστε µια νέα ηθική της ευθύνης. Μια νέα παιδεία του µέλλοντος. Ένα νέο δηµόσιο ήθος. Χρειαζόµαστε θεσµούς που να σκέφτονται πριν πιεστούν από την κρίση. Εκπαίδευση που να µην παράγει µόνο δεξιότητες αγοράς, αλλά πολίτες µε κρίση. Μέσα ενηµέρωσης και πλατφόρµες που να λογοδοτούν. Πανεπιστήµια που να µην αρκούνται στην εσωστρέφεια. Κράτος που να επενδύει όχι µόνο σε έργα, αλλά και σε νοητικές υποδοµές. Και µια Ευρώπη που να καταλάβει ότι η δεοντολογία χωρίς ισχύ είναι ευγενής αφέλεια, ενώ η ισχύς χωρίς δεοντολογία είναι απλώς άλλη µια µορφή βαρβαρότητας. Η διανόηση του µέλλοντος, λοιπόν, θα κριθεί από το πόσο εύστοχα θα περιγράφει τις αλλαγές. Θα κριθεί από το αν θα βοηθήσει τις κοινωνίες να µη χαθούν µέσα σε αυτές. Από το αν θα υπερασπιστεί το ανθρώπινο πρόσωπο σε έναν κόσµο αυτοµατισµών. Από το αν θα ξαναδώσει κύρος στην αλήθεια, βάρος στη σκέψη, νόηµα στην ελευθερία. Από το αν θα µπορέσει να κάνει κάτι δυσκολότερο από την καταγγελία και ανώτερο από τον ενθουσιασµό: να οργανώσει ελπίδα µε όρους ευθύνης.
Για την Ελλάδα, αυτό είναι ίσως το µεγάλο στοίχηµα του αιώνα. Να µην παραµείνει χώρα που σχολιάζει το µέλλον από απόσταση, αλλά χώρα που συµµετέχει στη διαµόρφωσή του. Να µην αρκεστεί στην κατανάλωση έτοιµων τεχνολογιών και έτοιµων αφηγηµάτων, αλλά να επενδύσει στη δική της ικανότητα να παράγει ιδέες, θεσµούς, πολιτικές, πολιτισµό. Να αντιληφθεί ότι η δηµόσια διανόηση δεν είναι πολυτέλεια των ήσυχων καιρών. Είναι όρος επιβίωσης στους δύσκολους καιρούς. ∆ιότι, στο τέλος, το µέλλον δεν θα ανήκει σε εκείνους που θα φωνάζουν πιο δυνατά, ούτε σε εκείνους που θα αυτοµατοποιούν περισσότερα. Θα ανήκει σε εκείνους που θα µπορούν να συνδυάζουν δύναµη και µέτρο, γνώση και συνείδηση, τεχνολογία και άνθρωπο. Και αυτή ακριβώς είναι η αποστολή της διανόησης που έρχεται, να υπενθυµίζει, όταν όλοι µεθούν από τη δύναµη της εποχής, ότι ο τελικός σκοπός δεν είναι να φτιάξουµε έναν πιο αποτελεσµατικό κόσµο, αλλά έναν κόσµο πιο ανθρώπινο.
Διανόηση και
Τεχνητή Νοημοσύνη
Χαράλαμπος Τσέκερης
Διευθυντής Ερευνών, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών - CHS Associate in Technology and Ethics, Harvard University
Γιάννης Περπερίδης
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας
Υπότροφος Ερευνητής Ηθικής της Τ.Ν.
Κέντρο Ελληνικών Σπουδών,
Πανεπιστήμιο Harvard
Διανύουµε το 2026. Πριν από ακριβώς εβδοµήντα έτη, το καλοκαίρι του 1956, επινοήθηκε ο όρος «Τεχνητή Νοηµοσύνη» στο Θερινό Ερευνητικό Workshop του Dartmouth για την Τεχνητή Νοηµοσύνη (Dartmouth Summer Research Project on Artificial Intelligence), στο οποίο συµµετείχαν εξέχοντες πρωτεργάτες του πεδίου, όπως οι Marvin Minsky, John McCarthy -στον οποίο αποδίδεται συχνά η αρχική εισαγωγή του όρου- και Nathaniel Rochester, µεταξύ άλλων.
Παρά τη µακρά αυτή περίοδο, που εκτείνεται σε επτά δεκαετίες συστηµατικής έρευνας και στοχασµού γύρω από την Τεχνητή Νοηµοσύνη, βρισκόµαστε µόλις εντός της πρώτης πενταετίας από την ευρεία εµφάνιση εφαρµογών της στο δηµόσιο πεδίο· χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί το πλέον ευρέως γνωστό ChatGPT, το οποίο τέθηκε σε λειτουργία το 2022. Είναι πλέον κοινός τόπος -και επαναλαµβάνεται διαρκώς στον δηµόσιο λόγο- ότι η Τεχνητή Νοηµοσύνη, ως σύνολο εξελίξεων που συντελέστηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, έχει εισέλθει δυναµικά στην καθηµερινότητά µας και ήδη συµβάλλει στον µετασχηµατισµό της.
Η παρουσία της καθίσταται εµφανής σε ένα ευρύ φάσµα δραστηριοτήτων: δηµοσιογραφικά κείµενα παράγονται, σε σηµαντικό βαθµό, µε τη συνδροµή γλωσσικών µοντέλων· εκπαιδευτικά προγράµµατα σχεδιάζονται µέσω εφαρµογών Τεχνητής Νοηµοσύνης· αλγόριθµοι αναλαµβάνουν να επιλέξουν για εµάς τραγούδια, γαστρονοµικές επιλογές, ταξιδιωτικές εµπειρίες ή ακόµη και συντρόφους· δεν απουσιάζουν δε και περιπτώσεις εµφάνισης πολιτικών δρώντων που βασίζονται σε συστήµατα τεχνητής νοηµοσύνης.
Συνεχεια Αναγνωσης
Τα παραπάνω δύνανται να θεωρηθούν ως οι πλέον ορατές εκφάνσεις του αντίκτυπου που έχουν επιφέρει οι εφαρµογές της Τεχνητής Νοηµοσύνης κατά την τελευταία τετραετία. Παραµένει, ωστόσο, το ερώτηµα: η προηγούµενη περίοδος των εξήντα έξι ετών δεν επέφερε ουσιώδεις µεταβολές; Στο κείµενο που ακολουθεί επιχειρείται να καταδειχθεί ότι, πέραν των άµεσα αντιληπτών συνεπειών των πρόσφατων εφαρµογών -εκείνων που καθίστανται ορατές «διά γυµνού οφθαλµού»- έχουν συντελεστεί βαθύτερες, σταδιακές µετατοπίσεις οντολογικού και επιστηµολογικού χαρακτήρα στη διάρκεια αυτών των εβδοµήντα χρόνων. Μετατοπίσεις οι οποίες απορρέουν από την Τεχνητή Νοηµοσύνη όχι µόνο ως σύνολο εφαρµογών, αλλά ως πεδίο γνώσης και ως ιδιαίτερη λογική συγκρότησης της ανθρώπινης σκέψης και διανόησης, και οι οποίες δεν καθίστανται εύκολα αντιληπτές ούτε στην καθηµερινή εµπειρία ούτε µέσω της εξέτασης µεµονωµένων τεχνολογικών επιτευγµάτων.
Πώς έχει αναδιαµορφωθεί ο κόσµος µας µέσα από τις τεχνολογικές µας καινοτοµίες;
Θα ξεκινήσουµε από τις οντολογικές µεταβολές και την είσοδο της λεγόµενης δεδοµενοκρατίας (Dataism), την οποία περιγράφει ο Yuval Noah Harari¹ ως τη σύγχρονη οντολογική συνθήκη µιας ιδιότυπης «λατρείας των δεδοµένων». Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται µια σταδιακή αλλά βαθιά µετατόπιση στον τρόπο µε τον οποίο νοηµατοδοτείται η ίδια η πραγµατικότητα: τα επιµέρους όντα και φαινόµενα (όπως η ανθρώπινη διανόηση) τείνουν να γίνονται αντιληπτά πρωτίστως ως σύνολα δεδοµένων ή ως διεργασίες παραγωγής και επεξεργασίας δεδοµένων. Υπό αυτό το πρίσµα, κάτι αποκτά οντολογική βαρύτητα στον βαθµό που µπορεί να καταγραφεί, να ποσοτικοποιηθεί, να δεδοµενοποιηθεί και, τελικά, να καταστεί επεξεργάσιµο από πληροφοριακά συστήµατα. Ό,τι διαφεύγει αυτής της διαδικασίας όπως, για παράδειγµα, οι εσωτερικές, υποκειµενικές εµπειρίες των ανθρώπων τείνει να υποβαθµίζεται ή να θεωρείται επιστηµολογικά δευτερεύον, ακριβώς επειδή αντιστέκεται στη δεδοµενοποίηση.
Στη ριζοσπαστική εκδοχή της, η δεδοµενοκρατική οπτική προτείνει ότι το σύνολο του σύµπαντος µπορεί να περιγραφεί ως ένα πλέγµα ροών δεδοµένων, εντός του οποίου όλοι οι οργανισµοί -συµπεριλαµβανοµένου του ανθρώπου- λειτουργούν ως µηχανισµοί επεξεργασίας πληροφοριών. Η διαφοροποίηση µεταξύ ανθρώπων, ζώων ή ακόµη και άλλων µορφών ζωής δεν εδράζεται πλέον σε κάποια ουσιώδη ποιοτική διάκριση, αλλά κυρίως στη διαφορά υπολογιστικής ισχύος και πολυπλοκότητας των επεξεργαστικών τους µηχανισµών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανθρώπινη ιδιαιτερότητα αποµυθοποιείται και επανερµηνεύεται µε όρους υπολογιστικής ικανότητας.
Συνεπεία αυτών των µετατοπίσεων, η λογική των υπολογιστών αναδεικνύεται σε καθολική οντολογική κατηγορία. Το σύµπαν, καθώς και τα επιµέρους στοιχεία που το συγκροτούν, γίνονται αντιληπτά µέσα από ένα ερµηνευτικό διανοητικό σχήµα που αντλεί τα παραδείγµατά του από τη γλώσσα, την αρχιτεκτονική και τις λειτουργίες των υπολογιστικών συστηµάτων. Πρόκειται, ουσιαστικά, για µια νέα «αφήγηση» της πραγµατικότητας, εντός της οποίας η έννοια της πληροφορίας καθίσταται πρωταρχική και οργανωτική αρχή κατανόησης του κόσµου.
Παρόµοια αναδίπλωση προς τις ικανότητες και τις λειτουργίες του υπολογιστή παρατηρείται και σε ένα πιο αυστηρά επιστηµολογικό επίπεδο, το οποίο, αν και λιγότερο ορατό διά γυµνού οφθαλµού, ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου καθοριστικό. Στο σχετικό του κείµενο,² ο Daron Acemoglu αναπτύσσει το επιχείρηµα της γνωστικής κατάρρευσης (knowledge collapse), προσπαθώντας να καταδείξει µια παράδοξη δυναµική που µπορεί να προκύψει από τη διάδοση των συστηµάτων Τεχνητής Νοηµοσύνης, ιδίως εκείνων που λειτουργούν ως «δρώσα Τεχνητή Νοηµοσύνη» (agentic AI).
Σύµφωνα µε την ανάλυσή του, τα συστήµατα αυτά παρέχουν εξατοµικευµένες, συµφραζόµενες (context-specific) συστάσεις, οι οποίες τείνουν να υποκαθιστούν την ανθρώπινη γνωστική ή διανοητική προσπάθεια. Με άλλα λόγια, αντί το άτοµο να εµπλέκεται ενεργά σε συνειδητές διανοητικές διαδικασίες κατανόησης, αξιολόγησης και λήψης αποφάσεων, βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε προτάσεις που παράγονται από αλγοριθµικά συστήµατα υψηλής ακρίβειας. Η µετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς την ευκολία ή την αποδοτικότητα, αλλά επιφέρει µια σταδιακή αποδυνάµωση της ίδιας της διανοητικής διαδικασίας παραγωγής γνώσης σε συλλογικό επίπεδο.
Το κρίσιµο σηµείο του επιχειρήµατος έγκειται στη συνθήκη υπό την οποία η ανθρώπινη διανοητική προσπάθεια καθίσταται «ελαστική», δηλαδή µειώνεται αισθητά όταν παρέχονται επαρκώς αξιόπιστες εναλλακτικές. Όταν οι αλγοριθµικές συστάσεις υπερβούν ένα ορισµένο κατώφλι ακρίβειας, η οικονοµία της γνώσης -µε την ευρεία έννοια- ενδέχεται να µεταβεί σε µια κατάσταση ισορροπίας όπου η γενική, µεταβιβάσιµη γνώση φθίνει. Παρά το γεγονός ότι τα άτοµα συνεχίζουν να λαµβάνουν υψηλής ποιότητας, ακριβείς και εξατοµικευµένες απαντήσεις, η συνολική δεξαµενή κατανόησης αποδιαρθρώνεται, καθώς λιγότεροι άνθρωποι εµπλέκονται ενεργά στη διανοητική παραγωγή και επεξεργασία της.
Η εν λόγω προοπτική αναδεικνύει µια θεµελιώδη επιστηµολογική ένταση: η αύξηση της άµεσης αποτελεσµατικότητας και της ακρίβειας σε ατοµικό επίπεδο µπορεί να υπονοµεύσει τη µακροπρόθεσµη βιωσιµότητα της ανθρώπινης γνώσης και διανόησης ως συλλογικού εγχειρήµατος. Έτσι, η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν επαναπροσδιορίζει µόνο το τι γνωρίζουµε, αλλά και το πώς -και εν τέλει το αν- γνωρίζουµε.
Στη βάση των ανωτέρω βλέπουµε να αναδύεται σήµερα ένα ρεύµα κριτικής απέναντι στην αυξανόµενη εξάρτηση από τα συστήµατα Τεχνητής Νοηµοσύνης, το οποίο επιχειρεί να αναδείξει όχι µόνο πρακτικούς κινδύνους, αλλά και βαθύτερες εννοιολογικές µετατοπίσεις. Είναι χρήσιµο να σταθούµε, εν προκειµένω, σε δύο χαρακτηριστικές τάσεις αυτής της κριτικής.
Η πρώτη αφορά στην ιδέα της λεγόµενης «αντεστραµµένης ευθυγράµµισης» (reverse alignment). ³ Ενώ η κυρίαρχη συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοηµοσύνη εστιάζει στο πώς τα συστήµατα µπορούν να «ευθυγραµµιστούν» (align) µε ανθρώπινες αξίες και προτιµήσεις,⁴ η συγκεκριµένη κριτική αντιστρέφει το ερώτηµα: µήπως, στην πράξη, είναι οι άνθρωποι που αρχίζουν να ευθυγραµµίζονται µε τα συστήµατα; Καθώς τα αλγοριθµικά µοντέλα παράγουν απαντήσεις, προτάσεις και πρότυπα δράσης που θεωρούνται αποδοτικά ή «ορθά», οι χρήστες ενδέχεται να προσαρµόζουν τη σκέψη, τη γλώσσα και τις αποφάσεις τους σε αυτά τα πρότυπα. Έτσι, η ευθυγράµµιση δεν λειτουργεί µονοµερώς από τη µηχανή προς τον άνθρωπο, αλλά αποκτά έναν αµφίδροµο χαρακτήρα, όπου η ανθρώπινη διανοητική κρίση και απόφαση διαµορφώνεται υπό την επιρροή υπολογιστικών λογικών. Η ανησυχία που ανακύπτει εδώ δεν είναι απλώς λειτουργική, αλλά βαθύτατα γνωσιολογική και κανονιστική.
Η δεύτερη έννοια, που συνδέεται µε το φιλοσοφικό έργο του Luciano Floridi, είναι εκείνη της περιτύλιξης (envelope).⁵ Ο Floridi προτείνει ότι τα ψηφιακά και υπολογιστικά συστήµατα συγκροτούν ένα «περιβάλλον-περίβληµα» εντός του οποίου λαµβάνει χώρα ολοένα και µεγαλύτερο µέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η περιτύλιξη δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλειακό µέσο, αλλά ένα δοµικό πλαίσιο που καθορίζει το τι είναι εφικτό, ορατό και νοητό. Καθώς οι δράσεις, οι επιλογές και οι µορφές αλληλεπίδρασης διαµεσολαβούνται από αυτό το περιβάλλον, οι ίδιες οι συνθήκες δυνατότητας της γνώσης και της πράξης µετασχηµατίζονται.
Η κριτική έγκειται στο ότι εκείνο στο οποίο περιτυλίγεται ο κόσµος τείνει να καθίσταται αδιαφανές: ενώ διαµορφώνει βαθιά την εµπειρία και τη σκέψη, σπανίως καθίσταται αντικείµενο ρητής επίγνωσης ή αµφισβήτησης. Η προβληµατική αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω σε συνάφεια µε κλασικές φιλοσοφικές προσεγγίσεις που αµφισβητούν τη δυνατότητα των υπολογιστικών συστηµάτων να επιτύχουν «νοηµοσύνη» υπό την πλήρη, ανθρώπινη έννοια, όπως εκείνη του John Searle.⁶ Ο Searle υποστήριξε ότι τα υπολογιστικά συστήµατα και, κατ’ επέκταση, η Τεχνητή Νοηµοσύνη λειτουργούν ουσιαστικά ως µηχανές συντακτικού χαρακτήρα: επεξεργάζονται σύµβολα βάσει κανόνων, χωρίς όµως να διαθέτουν κατανόηση, συνείδηση, ή πρόσβαση στο νόηµα.
Με άλλα λόγια, ενώ δύνανται να προσοµοιώνουν πειστικά τη γλωσσική ή γνωστική συµπεριφορά, δεν µετέχουν στην ίδια τη διυποκειµενική ή σχεσιακή διαδικασία παραγωγής και αναδηµιουργίας νοήµατος που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη νόηση. Στη σύγχρονη συγκυρία, η εν λόγω θέση αποκτά µια νέα διάσταση. Όπως επισηµαίνει ο Γ. Περπερίδης,⁷ υπό τις συνθήκες της αντεστραµµένης ευθυγράµµισης και της περιτύλιξης, η διάχυτη ενσωµάτωση της τεχνητής νοηµοσύνης σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας οδηγεί σε µια σταδιακή κανονικοποίηση των εκροών αυτών των συστηµάτων.
Οι απαντήσεις, τα κείµενα και τα πρότυπα που παράγονται αλγοριθµικά τείνουν να εκλαµβάνονται ως το «τυπικό» και το «ορθό», εγκαθιδρύοντας ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο στραµµένο στη σύνταξη και όχι στην παραγωγή νοήµατος. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κριτική του Searle φαίνεται να µετατοπίζεται: το ζήτηµα δεν είναι πλέον µόνο ότι οι µηχανές στερούνται σηµασιολογικής κατανόησης, αλλά ότι οι άνθρωποι ενδέχεται να προσαρµόζουν τη δική τους παραγωγή λόγου και σκέψης σε µορφές που προσιδιάζουν σε καθαρά συντακτικές διαδικασίες. Η ευθυγράµµιση, δηλαδή, δεν αφορά απλώς τη µηχανή προς τον άνθρωπο, αλλά και τον άνθρωπο προς τη µηχανή.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αντεστραµµένη ευθυγράµµιση και η περιτύλιξη της ανθρώπινης δραστηριότητας από υπολογιστικά συστήµατα ενδέχεται να ευνοούν µια σταδιακή επικράτηση µορφών λόγου που, αν και λειτουργικές και αποδοτικές, αποµακρύνονται από τη βιωµατική και σηµασιολογική πυκνότητα της ανθρώπινης εµπειρίας.
Κρίσιµο ζητούµενο για το µέλλον
Οι παραπάνω εννοιολογήσεις συγκλίνουν ακριβώς προς την κατεύθυνση που αναδείχθηκε τόσο µέσα από την περιγραφή της συνθήκης της δεδοµενοκρατίας από τον Harari -µε τον οποίο δεν ταυτιζόµαστε κατ’ ανάγκην ως προς τα κανονιστικά συµπεράσµατα, αλλά του αναγνωρίζουµε την ικανότητα να σκιαγραφεί µε οξύτητα τις κυρίαρχες τάσεις, τις οποίες ο ίδιος φαίνεται να παρακολουθεί µε θετική µατιά- όσο και από τις επισηµάνσεις του Acemoglu αναφορικά µε τη γνώση (και την κατάρρευσή της) και τη συλλογική διανόηση. Κοινός παρονοµαστής των προσεγγίσεων αυτών είναι η υπόδειξη ότι η εισαγωγή εφαρµογών Τεχνητής Νοηµοσύνης σε ολοένα και περισσότερες διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής δεν εξαντλείται στις άµεσες, ορατές επιδράσεις της.
Πέραν των επιµέρους ωφελειών που δύνανται να προκύψουν σε συγκεκριµένα πεδία, ανακύπτουν ταυτόχρονα κίνδυνοι οι οποίοι εκδηλώνονται σε ένα µακρο-επίπεδο και δεν καθίστανται άµεσα αντιληπτοί. Πρόκειται για µεταβολές που δεν περιορίζονται σε επιφανειακές αλλαγές συνηθειών ή πρακτικών, αλλά άπτονται του ίδιου του τρόπου ύπαρξης, του τρόπου σκέψης και, εντέλει, των όρων συγκρότησης της επιστηµονικής γνώσης και των κριτηρίων αλήθειας. Με άλλα λόγια, η Τεχνητή Νοηµοσύνη, όπως και κάθε τεχνολογία, λειτουργεί ως παράγοντας αναδιάρθρωσης των ίδιων των γνωστικών και οντολογικών µας πλαισίων.
Καθίσταται, συνεπώς, κρίσιµο να αναπτύξουµε επαρκείς τρόπους αναφοράς και κατανόησης αυτών των µετατοπίσεων.
Οι έννοιες που παρουσιάστηκαν προηγουµένως -όπως η δεδοµενοκρατία, η αντεστραµµένη ευθυγράµµιση και η περιτύλιξη- συνιστούν απόπειρες εννοιολογικής σύλληψης αυτής της νέας πραγµατικότητας. Παράλληλα, επιχειρήµατα όπως εκείνο του Acemoglu περί κατάρρευσης της γνώσης λειτουργούν ως αναλυτικά εργαλεία που επιτρέπουν να κατανοήσουµε τις δυνητικές συνέπειες σε βάθος χρόνου. Μέσα από τέτοιες θεωρητικές επεξεργασίες καθίσταται εφικτό όχι µόνο να περιγράψουµε, αλλά και να αξιολογήσουµε κριτικά τη µεταβολή που συντελείται.
Τα παραπάνω καθίστανται ιδιαιτέρως κρίσιµα, καθώς οι συνέπειές τους δεν εξαντλούνται στις οντολογικές και επιστηµολογικές µετατοπίσεις που περιγράφηκαν, αλλά εκτείνονται και σε ένα σαφώς πολιτικό επίπεδο. Η συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοηµοσύνη συχνά αρθρώνεται υπό το σχήµα της αυτοµατοποίησης (automation) των διαδικασιών που έως πρότινος απαιτούσαν ανθρώπινη εργασία. Εντούτοις, η σηµερινή πραγµατικότητα φαίνεται να µετατοπίζεται προς µια λογική επαύξησης (augmentation): τα συστήµατα τεχνητής νοηµοσύνης δεν αντικαθιστούν απλώς επιµέρους ανθρώπινες λειτουργίες, αλλά παρεµβάλλονται ολοένα και βαθύτερα στον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης σκέψης και διανόησης, λειτουργώντας ως µόνιµα υποστηρικτικά στρώµατα λήψης αποφάσεων, κρίσης και ερµηνείας του κόσµου.
Η µετατόπιση αυτή συνδέεται άµεσα µε µια έντονη τάση συγκεντροποίησης ισχύος. Η ανάπτυξη, συντήρηση και διαρκής βελτίωση προηγµένων συστηµάτων Τεχνητής Νοηµοσύνης προϋποθέτει τεράστιους υπολογιστικούς πόρους, πρόσβαση σε τεράστιους όγκους δεδοµένων, εξειδικευµένο ανθρώπινο δυναµικό και υψηλότατο κεφαλαιακό κόστος. Ως αποτέλεσµα, η δυνατότητα παραγωγής και ελέγχου αυτών των τεχνολογιών συγκεντρώνεται σε ελάχιστες εταιρικές οντότητες-κολοσσούς, οι οποίες αποκτούν δυσανάλογη ισχύ όχι µόνο επί των αγορών, αλλά και επί των ίδιων των γνωστικών και πληροφοριακών υποδοµών των κοινωνιών.
Η πολιτική σηµασία αυτής της εξέλιξης είναι προφανής. Όταν η πρόσβαση στη γνώση, η οργάνωση της πληροφορίας και η διαµεσολάβηση της καθηµερινής εµπειρίας εξαρτώνται από υπολογιστικά περιβάλλοντα που ελέγχονται από περιορισµένο αριθµό ιδιωτικών φορέων, η δηµοκρατική αυτονοµία τίθεται υπό πίεση. Παράλληλα, η σταδιακή εξοικείωση -ή ακόµη και εξάρτηση- από τις αλγοριθµικές υποδείξεις ενδέχεται να οδηγήσει τις επόµενες γενιές σε αποδυνάµωση της κριτικής ικανότητας και της διανοητικής αυτενέργειας. Εάν η αναζήτηση, η σύνθεση, η αξιολόγηση και η αµφισβήτηση υποκαθίστανται συστηµατικά από έτοιµες, βελτιστοποιηµένες απαντήσεις -οι οποίες, µάλιστα, ανταποκρίνονται στις αξίες των κυρίαρχων σχεδιαστικών εταιρειών των διεπαφών/εφαρµογών Τεχνητής Νοηµοσύνης (οι λεγόµενες «µεροληψίες των αλγορίθµων» - algorithmic bias)- τότε διακυβεύεται όχι απλώς µια γνωστική δεξιότητα, αλλά η ίδια η δυνατότητα πολιτικού στοχασµού.
Επαναπροσανατολισµός
Υπό το φως όσων αναδείξαµε παραπάνω, το διακύβευµα της Τεχνητής Νοηµοσύνης δεν αφορά αποκλειστικά την τεχνολογική πρόοδο, αλλά και τη µορφή που θα προσλάβει η συλλογική µας ζωή και διανόηση. Το ερώτηµα δεν είναι µόνο τι µπορούν να κάνουν οι µηχανές, αλλά και τι είδους πολίτες, κοινωνίες και πολιτικά υποκείµενα διαµορφώνονται µέσα από τη διαρκή συµβίωση µε αυτές. Εβδοµήντα χρόνια µετά την επινόηση του όρου «Τεχνητή Νοηµοσύνη», βρισκόµαστε σε µια ιστορική καµπή όπου οι αρχικές ερευνητικές φιλοδοξίες ενός περιορισµένου επιστηµονικού κύκλου έχουν µετεξελιχθεί σε µια καθολική υπαρξιακή συνθήκη που διαπερνά σχεδόν κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Η χρονική αυτή απόσταση δεν προσφέρεται απλώς για έναν επετειακό απολογισµό, αλλά κυρίως για έναν δηµιουργικό αναστοχασµό ως προς τη φύση και την κατεύθυνση των µεταβολών που έχουν συντελεστεί. Αν τα πρώτα εξήντα και πλέον χρόνια χαρακτηρίστηκαν από σταδιακές, εν πολλοίς αφανείς, διεργασίες στο επίπεδο της θεωρίας και της τεχνολογικής υποδοµής, η πρόσφατη πενταετία κατέστησε τις συνέπειες αυτές ορατές και άµεσα βιώσιµες. Ωστόσο, όπως επιχειρήθηκε να αναδειχθεί, οι βαθύτερες µετατοπίσεις δεν εξαντλούνται στην επιφάνεια των εφαρµογών, αλλά αφορούν τους ίδιους τους όρους µε τους οποίους αντιλαµβανόµαστε τον κόσµο και την ανθρώπινη διανόηση, παράγουµε γνώση και συγκροτούµε κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις.
Το κρίσιµο ζητούµενο για το προσεχές διάστηµα δεν είναι µόνο η τεχνική βελτιστοποίηση ή η ρύθµιση των επιµέρους εφαρµογών, αλλά η ουσιαστική ανάπτυξη εννοιολογικών και πολιτικών εργαλείων που θα επιτρέψουν την κριτική κατανόηση και, ενδεχοµένως, τον ριζικό ανθρωποκεντρικό επαναπροσανατολισµό αυτής της πορείας.
1.
Yuval Noah. Homo Deus: Μια Σύντοµη Ιστορία του Αύριο. µτφρ. Μ. Λαλιώτης, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2017.
2.
Daron Acemoglu, Dingwen Kong, and Asuman Ozdaglar, "AI, Human Cognition and Knowledge Collapse," NBER Working Paper 34910 (2026), https://doi.org/10.3386/w34910
3.
Η έννοια της «αντεστραµµένης ευθυγράµµισης» δεν αποτελεί ακόµη καθιερωµένο θεωρητικό όρο, αλλά µπορεί να ιδωθεί ως προβληµατισµός που υποβόσκει στη βιβλιογραφία περί ευθυγράµµισης της τεχνητής νοηµοσύνης µε τις ανθρώπινες αξίες.
4.
Βλ. για παράδειγµα: Brian Christian, Το πρόβληµα της ευθυγράµµισης: Τεχνητή νοηµοσύνη και ανθρώπινες αξίες, µτφρ. Γ. Κοφτερίδου, Θεσσαλονίκη: Ροπή, 2024.
5.
Luciano Floridi, The Ethics of Artificial Intelligence: Principles Challenges and Opportunities, Οξφόρδη: Oxford University Press, 2023.
6.
John Searle, «Μπορούν να σκεφτούν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές;» στο John Searle, Νους, Εγκέφαλος και Επιστήµη, µτφρ. Κ. Χατζηκυριάκου, Αθήνα–Ηράκλειο: Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης 1994, σ. 25–40.
7.
Βλ. το επιχείρηµα περί «αντίστροφου κινεζικού δωµατίου» του Γιάννη Περπερίδη στο βιβλίο του: Η Τεχνητή «Νοηµοσύνη» ενώπιον του εαυτού της. Επανεξέταση της σχέσης ανθρώπου-φύσης-τεχνολογίας, Αθήνα: Τόπος, σ. 117.
ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΑΝΟΗΤΩΝ
ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ
Εκδότης - Μέτοχος: Γιώργος Μελισσανίδης
Γενικός Διευθυντής: Σπύρος Κτενάς
Σύμβουλος Διοίκησης: Χριστίνα Χαφουσίδου
Διευθυντής: Πλάτων Τσούλος
Διευθυντής Σύνταξης: Αθανάσιος Αδαμόπουλος
Αρχισυντάκτης: Παναγιώτης Κακούρης
Διευθυντής Σχεδιασμού: Δημήτρης Νίκας
Στην έκδοση συνέβαλαν οι δημοσιογράφοι:
Ανθή Αγγελοπούλου, Δανάη Αλεξάκη, Βάσω Βεγίρη,
Τέτη Ηγουμενίδη, Έφη Τριήρη, Ναταλί Χατζηαντωνίου
Συντονισμός Έκδοσης: Γιάννης Σαραντόπουλος
Διόρθωση: Διονύσης Μάρρας, Σωτηρία Τσολάκου
Commercial Director: Μαρία Μπαλικούρα
Digital Experience Lead: Πέννυ Χρήστου
Υπεύθυνη Ατελιέ: Μπέτυ Σπανού
Σελιδοποίηση: Ελευθερία Κηρύκου
Επεξεργασία Εικόνας: Ελένη Κοντού, Χρήστος Μπουβής
Φωτογραφικό Αρχείο: Κωνσταντίνα Παναγοπούλου
© 2026 Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ | Commercial Department | longform.naftemporiki.gr